Το παρόν κατεδαφίζεται. Υλικά εντός.
Το συλλογικό ιστολόγιο blog.atheia.gr μετακόμισε σε νέο ιδιόκτητο χώρο. Ως εκ τούτου ο παρών ιστοτόπος έχει εγκαταλειφθεί και, αν και δε θα κάνουμε κάποια κίνηση να τον διαγράψουμε εμείς, θα πρέπει να γνωρίζετε ότι ούτε θα τον ενημερώνουμε, ούτε θα τον συντηρούμε. Στην περίπτωση που έχετε συνδέσμους συγκεκριμένα προς αυτή τη σελίδα (atheia.wordpress.com) παρακαλούμε να τους διορθώσετε, ώστε να δείχνουν στη διεύθυνση blog.atheia.gr
Αθεϊστική Κοινωνία. Ουτοπία ή Δυνατότητα;
Αρθρογράφος: Φάνης Παναγιωτόπουλος
Η γνώση μας για τους προγόνους μας, μας δείχνει πως σε όλες τις περιόδους, ιστορικές και προϊστορικές, ο άνθρωπος είχε την ανάγκη ή την υποχρέωση να πιστεύει σε κάποιο θεό ή θεούς.
Αυτό είχε να κάνει με τη σχέση του αφενός με το φυσικό περιβάλλον και αφετέρου με την κοινωνική του ομάδα.
Ο πρώτος λόγος πλέον δεν υφίσταται. Η επιστήμη έχει κάνει άλματα στην έρευνα για την προέλευση και τη λειτουργία του σύμπαντος και τα πάντα στη φύση εξηγούνται ή θα εξηγηθούν στο μέλλον μέσω των νόμων της φυσικής και των μαθηματικών.
Αυτό που μένει να μας απασχολεί είναι ο ρόλος των θρησκειών στην κοινωνική ζωή του ανθρώπου.
Πολλοί είναι αυτοί που υποστηρίζουν πως ο φόβος του θεού είναι αυτό που αποτρέπει πολλούς ανθρώπους από έγκλημα ή απλά από το να ξεπεράσουν κάποια όρια της κοινωνικής συμπεριφοράς.
Όσο μεγάλα επιχειρήματα κι αν έχουν η ίδια η ζωή τούς αποδεικνύει πόσο λάθος κάνουν. Οι φυλακές είναι γεμάτες από πιστούς και οι ίδιοι οι εκπρόσωποι της θρησκείας δεν λείπουν από τον κατάλογο των παραβατών. Το αντίστροφο μάλλον συμβαίνει.
Αυτό που μπορεί να αποτρέψει κάποιον από το να παραβεί κάποιο νόμο ή ηθικό κανόνα της κοινωνίας είναι η παιδεία του.
Η θρησκεία ήταν, είναι και θα είναι, αντίθετη στην καλλιέργεια του πνεύματος και στους σκεπτόμενους ανθρώπους, αφού η σκέψη είναι κάτι το επικίνδυνο γι’ αυτή.
Η θρησκεία θέλει το σκοταδισμό, θέλει τον άνθρωπο φοβισμένο.
Η θρησκεία θέλει να φοβάσαι και να αντιπαθείς το διαφορετικό, το νέο. Καμιά από τις νέες ιδέες στις τέχνες, τα γράμματα και τις επιστήμες, που σήμερα είναι κτήμα της κοινωνίας, δεν έγινε ευπρόσδεκτη στην εποχή της από τη θρησκεία. Πάντα έβαζε και συνεχίζει να βάζει εμπόδια στην πρόοδο και την ανάπτυξη.
Δεν είναι λοιπόν ακραία η σκέψη πως ο άνθρωπος θα ήταν πολύ πιο μπροστά σε εξέλιξη και ανάπτυξη, αν δεν είχε σε κάθε του προσπάθεια να αντιμετωπίσει την αντίδραση της θρησκείας.
Κι όμως η μεγάλη πλειοψηφία πιστεύει σε κάποιο θεό. Είναι όλοι αυτοί οι άνθρωποι οπισθοδρομικοί ή βλάκες;
Όχι, και αυτό είναι το μεγαλύτερο κατόρθωμα της θρησκείας. Έχει καταφέρει να αμβλύνει την κρίση των ανθρώπων για να γίνεται αποδεκτή.
Άνθρωποι που αν επέτρεπαν στον εαυτό τους να ελευθερωθεί από τα δεσμά της θρησκείας και να αφιερώσει μόνο μια ώρα σε μια ελεύθερη και χωρίς περιορισμούς κριτική σκέψη, θα απορούσαν με το τι θεωρούσαν δεδομένο μέχρι τώρα, αλλά δεν θα το κάνουν ποτέ.
Και είναι πολλοί αυτοί οι άνθρωποι.
Είναι λίγοι αυτοί που θα το κάνουν.
Αλλά κάτι φαίνεται να αλλάζει σ’ αυτό. Όλο και περισσότεροι αμφισβητούν ότι τους δίνεται έτοιμο. Δεν δέχονται κανένα δόγμα άκριτα. Όλο και περισσότεροι δίνουν στον εαυτό τους τη δυνατότητα να σκεφτεί και να ελευθερωθεί από τους περιορισμούς και τα συμπλέγματα της θρησκείας.
Αλλά είναι νωρίς ακόμα.
Μόλις τον περασμένο αιώνα έλυσε το πρόβλημα της αξιοπρεπούς διαβίωσης ένα μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού της Γης. Ίσως είναι νωρίς να αρχίσει να σκέφτεται από τώρα. Το μέλλον όμως είναι ευοίωνο για κάτι τέτοιο.
Αν του το επιτρέψουν ο άνθρωπος θα προχωρήσει μπροστά και θα απεξαρτηθεί από το ναρκωτικό της θρησκείας γιατί θα καταλάβει ότι δεν το έχει πια ανάγκη.
Αυτό φυσικά δεν είναι κάτι απλό. Οι δυνάμεις του μίσους και του φανατισμού είναι ισχυρό εμπόδιο.
Αν η κριτική σκέψη και η λογική αποδειχτούν πιο δυνατές μια αθεϊστική κοινωνία θα είναι στο μέλλον πραγματικότητα.
Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο Ο λαός δεν ξεχνά, όπου γίνεται και ο σχολιασμός.
Αρθρογράφος: Geysser
Θέλω να ξεκινήσω το παρόν άρθρο με εναν μίνι πρόλογο, στον οποίο νοιώθω ότι πρέπει να ξεκαθαρίσω κάποια πράγματα, προς αποφυγήν τουλάχιστον παρεξηγήσεων. Πρώτον, δεν είμαι ανθρωπολόγος. Δευτερον, δεν είμαι φιλόσοφος. Τρίτον, δεν είμαι οποιουδήποτε είδους επιστήμονας. Ό,τι ακολουθήσει στις επόμενες γραμμές, δεν είναι παρά μια απόπειρα ταξινόμησης των σκέψεων που έχω κάνει κατα καιρούς πάνω σε ένα από τα σημαντικότερα ερωτήματα που έχει θέσει ποτέ η Φιλοσοφία: ποιά η προέλευση του θρησκευτικού φαινομένου.
Δεν προσπαθώ να δώσω απάντηση στο ερώτημα αυτό – τόνοι μελάνης έχουν χυθεί και δεκάδες δάση του Αμαζονίου έχουν καταστραφεί ανά τους αιώνες σε απόπειρα απάντησης χωρίς, μέχρι τώρα, ικανοποιητικά αποτελέσματα. Εξάλλου, δεν έχω τα απαραίτητα προσόντα για να επιχειρήσω καν κάτι τέτοιο, γιαυτό θα περιοριστώ μόνο στο να καθορίσω μια γραμμή σκέψης για τον επίδοξο αναγνώστη που έχει κάποιο ενδιαφέρον για το συγκεκριμένο πρόβλημα.
Καταρχήν, τι είναι θρησκεία;
Ο ορισμός είναι λίγο δύσκολος. Γενικά, πρόκειται για ένα σύστημα ιδεων το οποίο, μέσω τελετουργίας, πίστης, συμβολισμών και αναφορών σε κάποια θεότητα/θεότητες, υπερφυσικά όντα ή υπερφυσικές δυνάμεις, προσπαθεί να δώσει όχι μόνο εξηγήσεις, αλλά και υπέρτατο νόημα σε ανθρώπινες εμπειρίες (Clifford Geertz, Religion as a Cultural System, 1973).Προσωπικά δεν εχω κανενα ιδιαίτερο πρόβλημα με τον ορισμό αυτό, και με τα τέσσερα σημεία που παρουσιάζονται στον ορισμό αυτό θέλω να προχωρήσω.
Ως τελετουργία ορίζεται το σύνολο πρακτικών, συνήθως συμβολικών, που καθορίζεται από μια θρησκεία ή από την παράδοση.Τα τελετουργικά δεν λαμβανουν υπ’οψη προσωπικές ερμηνείες των τυπικών τους, ενώ σπάνια ενσωματώνουν λογικές διαδικασίες ή αναγκαιότητες. Είναι αυστηρά καθορισμένα, κινούνται δογματικά και, στην συντριπτική πλειοψηφία τους, δεν έχουν κανένα πρακτικό αποτέλεσμα. Μπορούμε να καθορίσουμε ένα σημείο προέλευσης, αν αναλογιστούμε τον τρόπο με τον οποίο δουλεύει ο εγκέφαλος μας: είμαστε ένα είδος που δουλεύει με πρότυπα (pattern seeking animal). Κι εκεί που δεν υπάρχουν πρότυπα ή εκεί που αδυνατούμε να τα βρούμε, έχουμε την τάση να τα δημιουργούμε μόνοι μας. Οι προλήψεις (superstitions) έχουν την ίδια προέλευση. Και το είδος μας δεν είναι το μόνο που παρουσιάζει τέτοιες συμπεριφορές (Skinner, B.F. “‘Superstition’ in the Pigeon,” Journal of Experimental Psychology #38, 1947)
Το φαινόμενο της πίστης – η άκριτη αποδοχή προτάσεων χωρίς εξέταση των δεδομένων – δεν διαφέρει και πολύ. Και πάλι, θεωρώ ότι προέρχεται από τον τρόπο λειτουργίας του εγκεφάλου μας, και ιδιαίτερα στην φάση της παιδικής ηλικίας. Ο μαθησιακός μηχανισμος του ανθρωπίνου είδους είναι σχεδιασμένος να κάνει κάποια λογικά άλματα. Ακούγεται – και είναι – λογικό : όταν βρίσκεσαι αντιμέτωπος με μια τίγρη, δεν χρειάζεται να κάνεις ολόκληρη ανάλυση για να καταλάβεις ότι πρέπει να το βάλεις στα πόδια. Η τίγρη δεν έχει σκοπό να συζητήσει μαζί σου, έχει σκοπό να σε κάνει το επόμενο γεύμα της. O Dan Dennett περιγράφει την παραπάνω συμπεριφορά ως “υιοθέτηση προθετικής στάσης”. Επειδή όμως ο μηχανισμός είναι γενικά ατελής – κάθε βιολογικός μηχανισμός παρουσιάζει ατέλειες και λάθη – πολλές φορές τα λογικά άλματα είναι πάρα πολλά, οδηγώντας σε λάθος συμπεράσματα. Μίλησα πιο πάνω για παιδική ηλικία, γιατί σ’αυτή την φάση έχουμε τις περισσότερες ελλείψεις ως προς την αξιολόγηση του περιβάλλοντός μας. Βέβαια, στην σημερινή εποχή, είναι κάπως δύσκολος να βρεθείς αντιμέτωπος με μια τίγρη, αλλά οι μηχανισμοί συμπεριφοράς έχουν τον τρόπο να επιμένουν σθεναρά.
Ο συμβολισμός – η χρήση συμβόλων που αναπαριστούν ιδέες, συναισθήματα ή φαινόμενα – είναι, γενικά, κάτι που είναι δύσκολο να εξηγηθεί. Τόσο ο Freud όσο και ο Jung, υποστηρίζουν ότι προέρχεται από την ανάγκη μας να συγκρατούμε πληροφορίες με τρόπο που να επιτρέπει εύκολη πρόσβαση (διαφέρουν στο κατα πόσο ο συμβολισμός είναι ατομική υπόθεση – Freud – ή μπορεί να είναι συλλογική – Jung). Οι εμπειρίες μου με οδηγούν στο δεύτερο και η λογική λέει ότι, αφού ζούμε όλοι σε παραπλήσια περιβάλλοντα, είναι αναμενόμενο πως οι επι μέρους συμβολισμοί θα αναπτυχθούν με παρόμοιο τρόπο. Πάντως, προσφέρεται μια λογική υπόθεση προς εξέταση σχετικά με την προέλευση του συμβολισμού.
Τέλος, οι αναφορές σε υπερφυσικές οντότητες/δυνάμεις, ό,τι δηλαδή αποκαλείται θεότητα, έχει άμεση σχέση με την τάση προς προσωποποίηση ιδεών, η οποία τάση πρέπει να πηγάζει από την κοινωνική μας φύση. Αυτή η φύση μας κάνει επιτακτική την παρουσία άλλων, ακόμη κι εκεί που δεν υπάρχουν. Είναι δύσκολο να σκεφτούμε ένα φαινόμενο με όρους άλλους από τους ανθρώπινους (το βλέπουμε αυτό σε όσους προσπαθούν να αντιμετωπίσουν την ομοφυλοφιλική συμπεριφορά άλλων ειδών).
Συνοψίζοντας όλα τα παραπάνω, η θρησκεία είναι αποτέλεσμα συγκερασμού ανθρωπίνων συμπεριφορών, συμπεριφορών οι οποίες είναι λίγο εως πολύ αναμενόμενες από βιολογική και εξελικτική σκοπιά – δεν είναι δύσκολο να δεις το εξελικτικό πλεονέκτημα όλων των παραπάνω. Η θρησκεία όμως δεν είναι αυτοσκοπός των παραπάνω συμπεριφορών. Μάλλον πρόκειται για πάρεργο, για “υποπροϊόν” αν θέλετε, των παραπάνω, αλλά σίγουρα και πολλών άλλων, συμπεριφορών. Σίγουρα μπορεί να γίνει περαιτέρω ανάλυση των θέσεών μου – και αυτό ακριβώς θέλω να προκαλέσω – αλλά θα καταλήξω σε ένα συμπέρασμα: ότι η θρησκεία είναι ένα απολύτως φυσικό φαινόμενο, εξηγήσιμο με φυσικούς όρους, και ότι κάποτε, κάποιοι, θα κάνουν καλύτερη δουλειά από εμένα ή τόσους άλλους, παραχώνοντας και αυτό το “Μεγάλο Ερώτημα” στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας.
Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο Adequatio intellectus et rei, όπου γίνεται ο σχολιασμός.
Αρθρογράφος: Πάρης Μπρούζος
Ελεύθερη βούληση
Εγείρονται πολλές φορές ερωτήσεις από άθρησκους και άθεους ανθρώπους αλλά και από θρήσκους γιατί ο Θεός (στη μονοθεϊστική εκδοχή της θρησκείας που έτσι και αλλιώς κυριαρχεί αριθμητικά σήμερα) δεν κάνει ένα μικρό μαγικό και να εξαφανίσει μια και καλή το κακό από τον κόσμο. Πόλεμους, ασθένειες, πείνα, δυστυχία κλπ. Ή γιατί δεν εμφανίζεται μια και καλή σε όλους με όλη τη μεγαλοπρέπειά του και να αποδείξει την παρουσία του; Η τυπική απάντηση είναι ότι ο Θεός έδωσε στον άνθρωπο την ελεύθερη βούληση και όλο αυτό το κακό είναι ακριβώς αποτέλεσμα των επιλογών των ίδιων των ανθρώπων. Και ότι φυσικά δεν θέλει να εξαναγκάσει τον άνθρωπο να πιστέψει σε αυτόν αλλά αυτός να το επιλέξει από μόνος του.
Αν όμως ισχύει το επιχείρημα της ελεύθερης βούλησης τότε αυτή έρχεται σε σύγκρουση με την παντογνωσία του Θεού (χριστιανικού ή μουσουλμανικού), δηλαδή την δυνατότητα του να γνωρίζει τα πάντα. Η επίκληση της ελεύθερης βούλησης όμως θα είχε λογική εάν ο φορέας της, δηλαδή ο άνθρωπος μπορούσε να αποφασίσει με τρόπο που ο Θεός δε θα μπορούσε να γνωρίζει εκ των προτέρων. Αν μπορούσε δηλαδή ένας άνθρωπος να αιφνιδιάσει τον Θεό με τις αποφάσεις του. Αν ο Θεός όμως γνωρίζει (ως παντογνώστης) εξ αρχής π.χ τις αποφάσεις του η ελεύθερη βούληση δεν υφίσταται επειδή μπροστά σε ένα δίλλημα η απόφασή του είναι ήδη γνωστή για τον Θεό πριν καν παρθεί από αυτόν.
Πρακτικά δηλαδή αν πάρουμε ως δεδομένη την ύπαρξη του παντογνώστη Θεού η ελεύθερη βούληση του ανθρώπου δεν υφίσταται καθώς θα συγκρούονταν με τη γνώση του Θεού. Εκτός και αν αποφασίσουμε ότι ο Θεός δε γνωρίζει τις αποφάσεις μας άρα και τα μελλούμενα οπότε σε αυτή την περίπτωση παρουσιάζεται ως ένας Θεός με αδυναμίες, ο οποίος δρα και αυτός μέσα σε ορισμένα όρια.
Αλλά υπάρχει και το εξίσου μεγάλο θέμα με την ελεύθερη βούληση του ίδιου Θεού και τη σχέση του Θεού όχι με τον κόσμο και τον άνθρωπο αλλά με τον εαυτό του. Θα πρέπει να πάρουμε ως δεδομένο ότι υπήρχε μια χρονική στιγμή στην οποία ο Θεός θα πρέπει να ήταν μόνος του. Την χρονική περίοδο δηλαδή όπου δεν είχε δημιουργήσει τίποτα και άρα ενώ το καλό υπήρξε (προσωποιημένο από τον ίδιο) το κακό δεν υπήρξε. Ήξερε λοιπόν ο Θεός όταν έφτιαχνε τον κόσμο εκ των προτέρων την πορεία του; Ήξερε πριν ακόμη κάνει το οτιδήποτε ότι από τα δημιουργήματά του θα αποκτούσε τον μεγάλο του αντίπαλο, τον διάβολο ο οποίος είναι λέει εκπεσών άγγελος; Γνώριζε εκ των προτέρων ότι αργότερα ένα άλλο δημιούργημά του, ο άνθρωπος θα αποφάσιζε στην Εδέμ να φάει τον καρπό από το δέντρο της γνώσης; Αφού ο Θεός είναι παντογνώστης φυσικά και ήξερε. Και τα δύο γεγονότα. Παρόλα αυτά αποφάσισε να δημιουργήσει τον κόσμο όπως ακριβώς τον δημιούργησε. Δεν μπορούσε λοιπόν ή δεν ήθελε να φτιάξει έναν κόσμο τέλειο εξασφαλίζοντας από την αρχή την απουσία του κακού;
Αν ήθελε;
Ήθελε αλλά δε μπορούσε μήπως στο επίπεδο της πράξης; Κάτι τέτοιο είναι αδυναμία του και άρα δεν είναι τέλειος ο ίδιος. Και αν δε μπορούσε να φτιάξει από την αρχή έναν τέλειο κόσμο πώς είναι δυνατό να εμπιστευτεί κανεις την κρίση του τη Δευτέρα παρουσία.
Μήπως όμως δε μπορούσε στο επίπεδο της απόφασης; Ουσιαστικά αυτό σημαίνει, έχει ο Θεός ελεύθερη βούληση ή ήξερε για τον εαυτό του ότι θα αποφάσιζε έτσι; Στην περίπτωση αυτή ο Θεός δεν έχει ούτε αυτός ελεύθερη βούληση αφού δεν μπορούσε να αιφνιδιάσει ούτε τον εαυτό του. Ήταν δηλαδή αναγκασμένος να αποφασίσει όπως ξέρουμε ότι αποφάσισε κάτι που περαιτέρω σημαίνει ότι και ο ίδιος ο Θεός υπακούει σε μία κάποια Ειμαρμένη. Σε κάποια απροσδιόριστη δύναμη δηλαδή στην οποία και αυτός είναι δέσμιος. Ακόμη δηλαδή και αυτός ο Θεός του μονοθεϊσμού είναι εγκλωβισμένος σε επιλογές που ο ίδιος προγνωρίζει και δεν μπορεί να τις αλλάξει καθώς αυτό θα έρχονταν σε αντίφαση με αυτό το οποίο ήδη ξέρει ακόμη και για τον εαυτό του.
Υπάρχει βέβαια και η προοπτική ο Θεός να έχει γνώση για γεγονότα τα οποία δεν έχουν συμβεί. Αν π.χ δεν είχε στείλει τον γιο του το έτος μηδέν κατά τον χριστιανισμό ή τον Μωάμεθ κατά τον μουσουλμανισμό ο κόσμος θα είχε φυσικά μια διαφορετική πορεία. Τα γεγονότα θα ήταν διαφορετικά. Είναι λοιπόν ένα ερώτημα αν ο Θεός γνωρίζει την πορεία που θα είχε ο κόσμος μέχρι το έτος μας (2009) η οποία όμως δεν έχει συμβεί για εμάς. Στην περίπτωση αυτή πάλι πώς ξέρουμε ότι δε θα ήταν καλύτερα τα πράγματα απ΄ότι είναι τώρα; Οι άνθρωποι φυσικά δεν μπορούμε να το ξέρουμε γιατί μας λείπουν τα δεδομένα και δε μπορούμε να κρίνουμε. Αλλά μετά είναι σαν να αποφάσισε ο Θεός για εμάς για την συνέχιση της ιστορίας και όχι ο άνθρωπος μόνος του. Κάθε παρέμβαση του Θεού στην ανθρώπινη ιστορία όπως αποστολή προφητών, του Ιησού, τα θαύματα κ.α είναι ουσιαστικά αιτίες για αλλαγή των γεγονότων σε σχέση με τα αντίστοιχά τους αν ο άνθρωπος αποφάσιζε εντελώς ανεπηρέαστος από τέτοιες παρεμβάσεις. Ουσιαστικά η ελεύθερη βούληση για τον άνθρωπο θα είχε τότε μόνο νόημα όταν ακόμη και αν υπήρχε ο Θεός αυτός δεν θα ασχολούνταν καθόλου με τα ανθρώπινα.
Και αν δεν ήθελε;
Αν όμως τελικά τίποτα από τα παραπάνω δεν ισχύει και ο Θεός μπορούσε τόσο στο επίπεδο της απόφασης όσο και στο επίπεδο της πράξης να δημιουργήσει τον τέλειο κόσμο αλλά απλώς δεν ήθελε σημαίνει αυτό ότι σε τελευταία ανάλυση σκοπίμως δημιούργησε το κακό. Και εδώ γεννάται επιπλέον το ερώτημα ποιος ο ρόλος του αντίπαλου δέους του Θεού. Για λόγους οικονομίας ας πάρουμε ως πραγματικό γεγονός την ιστορία με τον Αδάμ, την Εύα και το φίδι. Ήταν το φάγωμα του μήλου το πρόβλημα ή η ύπαρξη της μηλιάς; Ο Θεός ήξερε εκ των προτέρων (εφόσον παντογνώστης) ότι ο Διάβολος θα εισέρχονταν στον παράδεισο και θα έπειθε την Εύα να δοκιμάσει τον απαγορευμένο καρπό. Αν δηλαδή ο Θεός δεν είχε βάλει το δέντρο της γνώσης και να εισέρχονταν ο διάβολος στον Παράδεισο δε θα μπορούσε να πετύχει το σχέδιό του αφού κάτι άλλο δεν ηταν απαγορευμένο. Άρα λοιπόν είναι σαν να ήθελε ο Θεός να έρθουν τα πράγματα όπως ήρθαν. Ο Θεός επίσης δεν εμπόδισε τον Διάβολο να εισέλθει στην Εδέμ ούτε δεν έθεσε απαγορεύσεις για να προστατέψει το δημιούργημά του και να αφοπλίσει έτσι τον διάβολο. Στην περίπτωση αυτή λοιπόν μπορεί να ισχύουν οι παρακάτω τρεις υποπεριπτώσεις:
1) Ο Θεός δεν ήξερε τα σχέδια του διαβόλου (που όμως θα ακύρωνε την θέση ότι είναι τέλειος)
2) Ήταν κατά κάποιο τρόπο προσυννενοημένος με τον διάβολο να δοκιμάσει ο τελευταίος το δημιούργημά του (που όμως πάλι εγείρει θέμα παντογνωσίας του Θεού πέρα από το ηθικό της προσυνεννόησης με τον υποτίθεται μεγάλο εχθρό).
3) Ο Θεός ήθελε ο ίδιος να διαπιστώσει αν ο άνθρωπος θα υποκύψει στον πειρασμό χωρίς όμως να είναι προσυνεννοημένος με τον διάβολο (και ξανά θέμα παντογνωσίας του Θεού).
Είναι φανερό λοιπόν ότι ό,τι και ισχύει από τα παραπάνω οι επιλογές και πράξεις του Θεού και σε αυτή την περίπτωση έρχονται σε ευθεία σύγκρουση με την παντογνωσία που του αποδίδουν οι θρησκείες.
Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο Πάρης Μπρούζος, όπου γίνεται ο σχολιασμός.
Ελευθερία επιλογής θρησκεύματος
Αρθρογράφος: Αόρατη Μελάνη
Διαβάζω τα πρόσφατα δημοσιεύματα σχετικά με την απόφαση του Ευρωπαϊκού δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων να καταργηθούν οι σταυροί στις σχολικές αίθουσες της Ιταλίας, όπως λόγου χάρη το άρθρο στα χθεσινά “Νέα”, το άρθρο του elawyer, και φυσικά το δελτίο τύπου του ίδιου του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου.
Παρακολουθώ τις συζητήσεις και τις αντιπαραθέσεις σε blogs και σε fora, και συλλογίζομαι πόσο δύσκολο είναι να δει κανείς το προφανές: ότι η ανάρτηση θρησκευτικών συμβόλων συνιστά μεροληψία υπέρ ενός θρησκεύματος, ότι είναι μια δήλωση ισχύος, μια έμμεση επιβολή, κι επομένως περιορίζει την ελευθερία των πολιτών τόσο στην επιλογή θρησκεύματος όσο και στην εκδήλωση των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων.
Όλοι γνωρίζουμε ανθρώπους που ορκίστηκαν στο ευαγγέλιο καταθέτοντας σε δικαστήριο, χωρίς να είναι στην ουσία χριστιανοί, απλά και μόνο για να μην διακινδυνεύσουν την ενδεχόμενη δυσμένεια ενός θρήσκου δικαστή. Πόσο ελεύθεροι μπορούμε να αισθανόμαστε να δηλώσουμε ότι δεν είμαστε χριστιανοί, σε έναν τόπο όπου τα χριστιανικά σύμβολα δεσπόζουν;
Πώς θα επιλέξει ελεύθερα ένα παιδί αν θα έχει θρήσκευμα ή όχι, και αν ναι, ποιο θα είναι αυτό, όσο ο εσταυρωμένος κρέμεται σε περίοπτη θέση πάνω από την έδρα; Πόσο εύκολο νομίζουμε πως είναι να πάρει κανείς μια θέση αντίθετη με την κρατούσα αντίληψη του κοινωνικού συνόλου; Πώς είναι δυνατόν να μην συνειδητοποιεί κανείς ότι τα σύμβολα και τα τελετουργικά ενός θρησκεύματος (σταυροί, εικονίσματα, προσευχές, αγιασμοί), όταν συνδέονται με χώρους όπου προσέρχονται αναγκαστικά όλοι οι πολίτες για εκπλήρωση των υποχρεώσεων ή για διεκδίκηση των δικαιωμάτων τους (βλέπε σχολεία, δικαστήρια, αστυνομία, στρατός, δημόσιες υπηρεσίες), συνιστούν επιβολή αυτού του θρησκεύματος;
Ω φυσικά, δεν απαγορεύεται να έχεις άλλο θρήσκευμα ή να μην έχεις θρήσκευμα. Ας πάει όμως κάποιος να το πει αυτό παρακαλώ στην κόρη μου, που κάνει τον σταυρό της την ώρα της πρωινής προσευχής στο προαύλιο, επειδή το κάνουν όλα τα παιδάκια, ενώ φαινομενικά κανείς δεν της το δίδαξε ούτε της το επέβαλε. Θα μπορούσε βέβαια να κάθεται μόνη της στην αίθουσα εκείνη την ώρα, ή να στέκεται δίπλα στους άλλους χωρίς να κάνει το σταυρό της. Φανταστείτε όμως σας παρακαλώ ένα εξάχρονο παιδί, στην πρώτη τάξη του δημοτικού, σε έναν κανούριο χώρο, με καινούρια πρόσωπα, με πρωτόγνωρες υποχρεώσεις, να προσπαθεί να προσαρμοστεί σε όλα αυτά, κι από πάνω να χρειάζεται να κάνει και δήλωση θρησκευτικών πεποιθήσεων – γιατί η αποχή από το χριστιανικό τελετουργικό είναι μια ιδεολογική δήλωση. Πώς είναι δυνατόν να αναγκάζουμε τα παιδιά να πάρουν μια τόσο σοβαρή ιδεολογική απόφαση και να σηκώσουν το βάρος της, είτε κάνοντας τον σταυρό τους είτε μη κάνοντάς τον;
Προς τους χριστιανούς που νιώθουν να απειλείται η πίστη τους, έχω να πω ότι θα έπρεπε να χαίρονται στην προοπτική της κατάργησης των συμβόλων στα σχολεία. Μήπως η διατήρηση των συμβόλων θα κάνει τα παιδιά να γίνουν χριστιανοί; Μάλλον το αντίθετο: θα τα διδάξει να προσποιούνται, εκτελώντας μηχανικά κάποιες κινήσεις κι επαναλαμβάνοντας κάποιες φράσεις, όπως κάνει η κόρη μου τώρα, για να ενταχθούν στο σύνολο. Η ουσία της πίστης δεν διδάσκεται μέσα από τυπικά τελετουργικά. Όσοι νοιάζονται αληθινά για την χριστιανική πίστη, θα πρέπει να θέλουν να καταργηθούν οι σταυροί από τα σχολεία, και η προσευχή, και η κατήχηση που ευφημιστικά λέγεται “μάθημα θρησκευτικών”.
Κι εμείς οι ανόητοι, ενώ είμαστε όλοι πολίτες αυτού του τόπου, χωριζόμαστε σε στρατόπεδα “χριστιανών” και “λοιπών” και τσακωνόμαστε για το αν θα μείνει το σύμβολό “μας” ή αν θα φύγει το σύμβολό “τους”, χωρίς να συνειδητοποιούμε ότι το σύμβολο αυτό είναι μια δαμόκλειος σπάθη πάνω από τα κεφάλια όλων μας.
Ας κάνουμε όλοι μαζί τον τόπο μας έναν τόπο ελεύθερο, όπου κανείς δεν θα χρειάζεται να σταυροκοπιέται μηχανικά ούτε να ορκίζεται προσποιητά προκειμένου να ενταχθεί στο κοινωνικό σύνολο.
Έχει ιδρυθεί στο facebook ομάδα με τίτλο “Να αφαιρεθούν τα θρησκευτικά σύμβολα από σχολεία και δημόσιες υπηρεσίες”. Τόσο εκεί, όσο και στο forum “Αθεϊα” έχω ανοίξει συζήτηση όπου προτείνω την συλλογή υπογραφών με αίτημα την κατάργηση των θρησκευτικών συμβόλων στους παραπάνω χώρους. Αν υπάρξει αρκετό ενδιαφέρον, μπορούμε να το ξεκινήσουμε. Ίσως να μην πετύχουμε την άμεση κατάργηση των θρησκευτικών συμβόλων, τουλάχιστον όμως θα ακουστούν οι φωνές των πολιτών που είναι υπέρ της κατάργησης.
Μια άλλη δράση που θα μπορούσε να γίνει, θα ήταν μια καταγγελία στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για το συγκεκριμένο θέμα από μέρους ενός γονέα, όπως έγινε στην Ιταλία. Σκέφτηκα να το κάνω εγώ, αλλά ανησυχώ για τις τυχόν αντιπαραθέσεις με τους παράγοντες του σχολείου, δεδομένου ότι η καταγγελία θα είναι επώνυμη και θα αφορά το συγκεκριμένο σχολείο. Αν το παιδί μου ήταν στην έκτη τάξη, δεν θα με απασχολούσε τόσο, γιατί την επόμενη χρονιά θα έφευγε από εκεί. Αλλά είναι στην πρώτη, έχουμε μπροστά μας άλλα πέντε χρόνια, και δεν ξέρω αν θα άντεχα την ενδεχόμενη δυσαρέσκεια διευθυντών και γονιών. Αν κάποιος άλλος θέλει να το ξεκινήσει, με τις ευλογίες μου.
EDIT 13-11-2009: Ευτυχώς ήδη γίνονται κάποιες κινήσεις.
Διαβάστε το ενδιαφέρον άρθρο του elawyer “απομάκρυνση θρησκευτικών συμβόλων από δικαστικές αίθουσες” καθώς και το γενικότερου ενδιαφέροντος “Ανθρώπινα δικαιώματα και συντηρητικό ακροατήριο“.
Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο Αόρατη Μελάνη, όπου γίνεται ο σχολιασμός.
Αρθρογράφος: Batcic
Ας ξεκινήσουμε με μια πραγματική ιστορία. Γυμναστής διορισμένος στη μέση εκπαίδευση, πηγαίνει με μετάθεση από τη Θεσσαλονίκη στην Άνδρο. Ο συγκεκριμένος τύπος είναι γνωστός στους φιλικούς του κύκλους για τις ανελέητες ατάκες εις βάρος της θρησκείας. Στο καινούριο νησί όμως δεν τον γνωρίζουν, οπότε και ο Δημήτρης, την πρώτη φορά που βγαίνει με τους συνάδελφους του για φαγητό, αποφασίζει να κρατήσει μια εντελώς συγκαταβατική στάση στην κουβέντα θρησκευτικού περιεχομένου που έχει “σκάσει” στο τραπέζι. Το πάθος όμως, με το οποίο υπερασπίζεται η καθηγήτρια θρησκευτικών (ΚΘ) τις μοναδικές αποκαλυπτικές αλήθειες του Χριστιανισμού, αγνοώντας επιδεικτικά το ξεμπρόστιασμα τους από την επιστήμη, έχει ως αποτέλεσμα τη δυναμική παρέμβαση του Δημήτρη στον παρακάτω διάλογο:
Δημήτρης: – Ακόμα και αν υποθέσουμε ότι υπάρχουν ψυχικά οφέλη από την πίστη, γιατί τουλάχιστον δεν παραδέχεστε ότι η θρησκεία “μπάζει” από χίλιες μεριές; Συνεχίζετε, για παράδειγμα, να διδάσκετε στα παιδιά ότι προερχόμαστε από τον Αδάμ και την Εύα, ενώ η Θεωρία της Εξέλιξης έχει δείξει ότι ο μακρινός μας πρόγονος είναι ο πίθηκος…
ΚΘ: - Αυτά είναι απλές εικασίες κάποιων φαντασμένων επιστημόνων, απλώς μια θεωρία η οποία δεν έχει απολύτως καμία βάση!
Δημήτρης: – Καμία βάση;;; Μάλιστα! Εδώ επιμένετε ότι ο θεός δημιούργησε τη γη, ενώ στην πραγματικότητα έχει πλέον αποδειχτεί ότι όλα ξεκίνησαν από το Big Bang…
ΚΘ: – Ναιαιαιαιαιαιαιαιαι…! Αλλά εσύ που τα ξέρεις όλα, τι υπήρχε τελικά πριν από το Big Bang;
Δημήτρης (μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου): – Θα σου πω αμέσως! Ο Σάκης ο υδραυλικός!!!
ΚΘ: Τι;;;;
Δημήτρης: Ο Σάκης ο υδραυλικός!!!!
ΚΘ: Εεε τώρα λες βλακείες!
Δημήτρης: Βλακείες λες εσύ! Θέλεις σώνει και καλά να μας πείσεις ότι ο θεός προϋπήρξε του Big Bang. Που το ξέρεις; Εδώ δεν τον έχεις δει καν και βασίζεσαι αποκλειστικά σε διηγήσεις τρίτων, για να μην πω χιλιοστών!!! Ενώ εγώ τον ξέρω προσωπικά τον Σάκη τον υδραυλικό, όλα αυτά μου τα είπε ο ίδιος και τον εμπιστεύομαι γιατί είναι “και γαμώ” τα παιδιά.
Διακοπή για διαφημίσεις στο τραπέζι των καθηγητών!!!
Τι μας δείχνει ο παραπάνω διάλογος; Κατ’ αρχήν, χαριτολογώντας, επιβεβαιώνει την άποψη του Carl Sagan ότι “Οι ασυνήθιστοι ισχυρισμοί χρειάζονται ασυνήθιστα πειστήρια”. Ο εξωφρενικός ισχυρισμός ότι ο Σάκης ο υδραυλικός προϋπήρχε του Big Bang, στηρίχθηκε πάνω στη ασυνήθιστη, για το αντικείμενο, δήλωση ότι ο Σάκης είναι γνωστός και αξιόπιστος. Αν το καλοσκεφτούμε, καμία ουσιαστική διαφορά από το ότι κάποιο βιβλικό πρόσωπο της εβραϊκής μυθολογίας κάποτε ισχυρίστηκε ότι ο ποιητής των πάντων του παρέδωσε τον ηθικό κώδικα των ανθρώπων ή από τον ισχυρισμό κάποιας γυναίκας ότι γέννησε τον γιο του θεού, και μάλιστα… χωρίς ποτέ να έρθει σε συνουσία.
Το σημαντικότερο όμως που διαφαίνεται στον παραπάνω διάλογο, είναι το διαρκές άγχος της καθηγήτριας των θρησκευτικών να υπερασπίσει το θεό της, να τον χωρέσει κάπου! Οπουδήποτε! Στο πρώτο προσωρινό κενό γνώσης της επιστήμης. Αναρωτιέμαι γιατί; Χρειάζεται υπεράσπιση ένα τέτοιο παντοδύναμο ον; Δεν έχει τη δυνατότητα από μόνο του να μας αποδείξει, ότι σκεπτόμαστε λανθασμένα όσοι σκεπτόμαστε όσοι σκεπτόμαστε ορθολογιστικά;
Η Χρησιμότητα Του Θεού
Ας παραβλέψουμε για αρχή τις ανθρωπολογικές μελέτες, που θέλουν τις θρησκείες εξελικτικά απομεινάρια, και ας εξετάσουμε από λογική σκοπιά τη χρησιμότητα του θεού. Τι προβλήματα λύνει αλήθεια ο θεός; Τι απαντήσεις δίνει; Αν θεωρήσουμε ως χρήσιμες απαντήσεις αυτές πάνω στις οποίες μπορούμε να στηρίξουμε και να καθορίσουμε τις ενέργειες μας και τη ζωή μας, τότε ο θεός δίνει αντικειμενικά άχρηστες απαντήσεις. Την ώρα που η επιστήμη απαντάει με το αυτοκίνητο στις μετακινήσεις, με τα εμβόλια στις θανάσιμες αρρώστιες και με το αλεξικέραυνο στους κεραυνούς του Δία, η θρησκεία επιμένει να δίνει υποσχέσεις για μεταθανάτιες ανταμοιβές, τις οποίες ποτέ κανένας δεν είδε!
- Θεέ μου ζω μέσα στη φτώχεια και την ανέχεια, και έχασα τους γονείς μου από καρκίνο! Τι να κάνω;
- Μετανόησε (ΓΙΑ ΠΟΙΟ ΠΡΑΓΜΑ;;;), κάνε υπομονή, έχε πίστη και θα κερδίσεις τη Βασιλεία των Ουρανών!
Φανταστείτε τη χρησιμότητα ενός αντίστοιχου γιατρού!
- Γιατρέ μου, το πόδι μου πονάει αφόρητα. Τι να κάνω;
- Να κουτσαίνεις! Και κάποτε θα σου περάσει…
- Γιατρέ μου, είσαι θεός!!!
Ο Ακαμάτης Γιος Της Οικογένειας
Πέραν της ανύπαρκτης υποστήριξης και των ανύπαρκτων απαντήσεων προς τον άνθρωπο, παρατηρείται από την άλλη το φαινόμενο, να ζουν οι πιστοί σε μια διαρκή επαγρύπνηση προκειμένου να υπερασπίσουν με κάθε τρόπο τον θεό τους, από το βλάσφημο ανέκδοτο και την κουβέντα με φίλους, μέχρι τις δημόσιες εκδηλώσεις και την εξωτερική πολιτική της χώρας! Καταλήγουμε έτσι στο παράδοξο να υπερασπίζεται ο αδύνατος τον δυνατό, για να μην πούμε τον παντοδύναμο!!! Η απόλυτη αντιστροφή ρόλων!!! Ο επουράνιος κηδεμόνας, από τον οποίον θα έπρεπε να περιμένουμε παρηγοριά και λύσεις στα προβλήματα μας, καθίσταται πλέον προστατευόμενο μέλος, με του οποίου τη φροντίδα επιφορτιζόμαστε για το υπόλοιπο της ζωής μας.
Σύμφωνα με τις ανθρωπολογικές επιστήμες και την εξελικτική βιολογία (Η Εξέλιξη στην Πολιτισμική Διάδοση των Θρησκειών (ή παίζει ο χριστιανικός θεός ζάρια;)), η έννοια του θεού προέκυψε κυρίως από την ανάγκη του ανθρώπου να αποδίδει τις, χωρίς εμφανή αίτια συνεχείς μεταβολές και κινήσεις του περιβάλλοντος του, σε όντα με προθέσεις. Η συγκεκριμένη πρακτική στα πρώτα χρόνια του ανθρώπου πάνω στο αφιλόξενο, τότε γι αυτόν, περιβάλλον τον προίκισε με σημαντικά εξελικτικά πλεονεκτήματα αφού, όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό, καλύτερα να τρέξεις άδικα να κρυφτείς χίλιες φορές, αποδίδοντας το θρόισμα των φύλλων πίσω σου σε κάποιο ον με κακές προθέσεις, παρά να αγνοήσεις ένα θρόισμα του θάμνου που κρύβει το θηρευτή σου. Ο φόβος μέσα σε ένα γενικευμένο περιβάλλον αβεβαιότητας είναι καλός σύμβουλος. Ο φόβος προς έναν εμπρόθετο λοιπόν φορέα με κακές προθέσεις, μετατράπηκε σταδιακά, σε φόβο και δέος για έναν φανταστικό και ανθρωπόμορφο εξουσιαστή των πάντων, του οποίου την εύνοια θα (ήθελε να) μπορούσε να αποκτήσει ο κάθε άνθρωπος. Η συνεχής όμως και αμείλικτη πρόοδος της επιστήμης είχε ως συνέπεια τη βαθμιαία εξήγηση των προαναφερθέντων μεταβολών και φαινομένων του περιβάλλοντος και την απόκτηση τέτοιας γνώσης, η οποία στις μέρες μας έχει εκτοπίσει πλήρως την ανάγκη για ύπαρξη του θεού. Επαναλαμβάνω, όχι το θεό (αυτό προσωπικά το θεωρώ δεδομένο), αλλά την ανάγκη για την ύπαρξη του θεού!
Φυσική συνέπεια των ανωτέρω είναι ότι ο θεός στις μέρες μας καθίσταται “άνεργος” και οι περιοχές τις οποίες διαφεντεύει ολοένα και στενεύουν. Πέρα από τις απαντήσεις που ο θεός δεν δίνει, η ενασχόληση με τα της θρησκείας είναι μια υπόθεση αρκετά δαπανηρή. Αντί να καρπωνόμαστε τα οφέλη της αφοσίωσης μας, καλούμαστε να πληρώσουμε επιπλέον. Σε χρόνο, σε χρήμα και σε ψυχικές δυνάμεις! Μυστήρια τελετουργικά, περίπλοκοι και ακατανόητοι ηθικοί κώδικες, τύψεις, προσευχές, νηστείες, σωματικές αυτοτιμωρίες, δωρεές περιουσιών, είναι μόνο μερικές ενδεικτικές δαπάνες από αυτές που καλούνται να πληρώσουν οι πιστοί. Με κανένα αποδεδειγμένο αντάλλαγμα στην παρούσα ζωή. Και φυσικά, μέσα σε όλα, η με κάθε τρόπο υπεράσπιση του πιθανού ανώτατου αφέντη αλλά σίγουρα προστατευομένου μέλους, η οποία οδηγεί τις περισσότερες φορές στη διχόνοια, τη μισαλλοδοξία, έως και σε πολέμους.
Ο “άνεργος” αυτός θεός έχει όλα τα χαρακτηριστικά του τεμπέλη και ακαμάτη γιου μιας οικογένειας. Πρέπει να σπαταλάμε χρόνο και χρήμα για την πάρτη του, πρέπει να ασχολούμαστε γενικότερα μαζί του, λυπόμαστε για το γεγονός ότι δεν συνεισφέρει και δεν ενδιαφέρεται καν να συνεισφέρει στα του σπιτιού και της οικογένειας, ψάχνουμε να του βρούμε ενασχόληση και είμαστε υποχρεωμένοι να ακούμε από αυτόν διάφορα μεγαλόστομα ΘΑ (Θα δουλέψω… θα κάνουμε μια επιχειρηματική κίνηση με κάτι φιλαράκια… θα… θα… θα…). Τον αγαπάμε και τον πονάμε, επειδή μεγαλώσαμε μαζί του, και θα τον υπερασπιστούμε με πάθος, όταν κάποιος τρίτος θα αμφισβητήσει την προσφορά του. Αυτό όμως δεν αλλάζει το γεγονός ότι ο συγκεκριμένος κακομαθημένος τύπος είναι ένα μεγάλο βάρος για την οικογένεια, τα μέλη της οποίας δεν μπορούν να ζήσουν τη ζωή τους όπως θα ήθελαν και όπως δικαιούνται! Η οικογένεια που θα έχει ένα τέτοιο αδιάφορο μέλος στις τάξεις της, δύσκολα θα ορθοποδήσει (όπως θα δούμε και παρακάτω).
Οι θεϊστές, κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο, αν και δεν έχουν κάποιες άμεσες και απτές απολαβές από τον παντοδύναμο άρχοντα τους, ως ανταμοιβή για τους αυτοπεριορισμούς στους οποίους υπόκεινται, εντούτοις αισθάνονται την ανάγκη να υπερασπιστούν το αντικείμενο της λατρείας τους, κάθε φορά που αυτό εκτοπίζεται. Σε αύξουσα ιστορική σειρά, από το βλάσφημο ηλιοκεντρικό σύστημα στην αστρονομία, από τις λιθοσφαιρικές πλάκες στην περίπτωση των σεισμών, από τα φάρμακα και τους γιατρούς στα θέματα υγείας (μέχρι και σήμερα θεωρείται από πολλούς ιαματική η προσευχή), από την εξελικτική βιολογία στο θέμα της προέλευσης του ανθρώπου και από το κοσμικό κράτος στις εκφράσεις της δημόσιας ζωής. Και υπερασπίζονται σθεναρά αυτό το υπερφυσικό ον, γιατί μεγάλωσαν με αυτό, από την ευαίσθητη παιδική τους ηλικία ακόμα, και έμαθαν να το αγαπάνε και να μην βλέπουν τα ελαττώματα του. Έμαθαν να ζούνε με το βάρος και παράλληλα να το δικαιολογούν. “Ναιαιαιαιαιαιαιαιαι…! Αλλά εσύ που τα ξέρεις όλα, τι υπήρχε πριν από το Big Bang;”
Μια Σχετική Έρευνα
Το δυσβάσταχτο βάρος της δαπανηρής θρησκευτικής ζωής, θα μπορούσε να εκτιμηθεί, με μια πρώτη ματιά, στο παρακάτω γράφημα από την έρευνα της Gallup σε 143 χώρες (Religion Provides Emotional Boost to World’s Poor).
Στο ερώτημα “Είναι η θρησκεία σημαντική στην καθημερινή σας ζωή;”, η έρευνα αποκαλύπτει ότι μεταξύ των χωρών στις οποίες το μέσο ετήσιο εισόδημα είναι 2.000 $ ή λιγότερο, το 92% των κατοίκων υποστηρίζουν ότι η θρησκεία αποτελεί ένα σημαντικό μέρος της καθημερινής τους ζωής. Αντίθετα, μεταξύ των ερωτηθέντων στις πλουσιότερες χώρες – χώρες με μέσο ετήσιο εισόδημα 25.000 $ ή περισσότερο – το ποσοστό αυτό πέφτει στο 44%. Αυτό είναι λίγο πολύ αναμενόμενο, αφού η πρόσβαση στη μόρφωση και στις παροχές ενός υψηλού βιοτικού επιπέδου, αφαιρεί προοδευτικά αρμοδιότητες από το θεό και τον καθιστά “άνεργο”.
Οι ανθρωπολογικές και κοινωνικές επιστήμες πάντως αναφέρουν ότι η διαφαινόμενη αντιστρόφως ανάλογη σχέση θρησκευτικής πίστης και υψηλού βιοτικού επιπέδου είναι αμφίδρομη. Δηλαδή η προσκόλληση στις, από πολλές απόψεις, δαπανηρές θρησκευτικές πρακτικές (Θα συστήσω για μια ακόμη φορά το “Και Ο Άνθρωπος Έπλασε Τους Θεούς“) αποτελεί τροχοπέδη στο κυνήγι της μόρφωσης και του υψηλού βιοτικού επιπέδου. Ο Ινδός που πεθαίνει από την πείνα, αρνούμενος να φάει την ιερή αγελάδα, είναι ένα τραβηγμένο αλλά ενδεικτικό παράδειγμα. Και ο θιασώτης του (παρερμηνευόμενου κατά τους χριστιανούς απολογητές) “Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι…” ένα δεύτερο.
Άλλα σημαντικά πορίσματα από την έρευνα:
- Η θρησκευτική προσήλωση είναι μεγαλύτερη στις χώρες εκείνες όπου η ανθρώπινη ζωή διακυβεύεται καθημερινά. Προσωπικό σχόλιο, ίσως στις χώρες αυτές να αποτελεί ακόμα εξελικτικό πλεονέκτημα το να φοβάσαι ακόμα και τη σκιά σου!
- Η θρησκεία φαίνεται να έχει καλύτερα ψυχολογικά αποτελέσματα στους ανθρώπους, στις περιοχές με υψηλά επί του πληθυσμού ποσοστά θρήσκων. Αυτό ερμηνεύεται από τους ειδικούς κυρίως από την μεγάλη αποδοχή και αναγνώριση των πεποιθήσεων του ατόμου από το σύνολο, καθώς και από την αίσθηση ασφάλειας που παρέχει η ένταξη σε πολυπληθείς ομάδες.
Αντί Επιλόγου
Από τα δεδομένα της παραπάνω έρευνας, ο Δράκος του Schrodinger καταλήγει στο εξής συμπέρασμα: Οι άνθρωποι γενικά στρέφονται στη θρησκεία, όχι τόσο για απαντήσεις, όσο γιατί όταν κάποιος βρίσκεται στα υπόγεια του ανθρώπινου οικοδομήματος, η ένταξη σε μια θρησκεία τον κάνει να αισθάνεται σημαντικός. Μετά την ένταξη αυτή, η θρησκεία θα τον κρατήσει για πάντα στα υπόγεια! Δυστυχώς…
Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο The Schrodinger’s Dragon,
όπου μπορείτε να αφήνετε τα σχόλιά σας.
“Ο θεός είναι αγάπη”
Ανακοίνωση:
Λόγω μεταφοράς του ιστολογίου σε νέο server, για την ώρα διακόπτεται η δυνατότητα ανάρτησης νέων σχολίων. Θα μπορέσετε να συνεχίσετε τη συζήτηση μετά τη μεταφορά.
Το ιστολόγιο Αθεϊα έλαβε πρόσφατα την επιστολή μιας αναγνώστριας, απόσπασμα της οποίας παραθέτουμε (θα βρείτε το πλήρες κείμενο της επιστολής στο τέλος της ανάρτησης):
Πολλοί ένθεοι υποστηρίζουν πως πιστεύουν στον θεό επειδή “ο θεός είναι αγάπη και το βλέπουν αυτό παντού γύρω τους στην δημιουργία”. Θεωρήσαμε λοιπόν σκόπιμο να σχολιάσουμε αυτή την φράση και ιδού οι απόψεις ορισμένων συντελεστών του ιστολογίου:
Οταν μικρός πήγαινα και χαλούσα τις μυρμηγκοφωλιές ή τους έριχνα πιπέρι και νερό, ούτε για μιά στιγμή δεν διανοήθηκα πως τα μυρμήγκια με το ελάχιστο μυαλό τους θα αισθάνονταν πως τα αγαπώ. Τελικά θέλει έναν πολύ ανεπτυγμένο εγκέφαλο για να μην μπορείς να σκέφτεσαι τα αυτονόητα!
Αν επαναπροσδιορίσουμε την έννοια θεός έτσι ώστε να αντιστοιχεί σε κάποια άλλη έννοια και διαστρεβλώσουμε λιγάκι την έννοια της πίστης, τότε όλοι «πιστεύουμε»σε κάτι. Όμως αντικειμενικά με το να πει κάποιος πως πιστεύει στην φιλία για παράδειγμα δεν της δίνει κάποια θεϊκή υπόσταση . Με την ίδια λογική θα μπορούσε κανείς να πει πως ο θεός είναι η φύση, το σύμπαν, ο έρωτας κοκ. Ενώ ίσως φαίνετα πως αυτό απλοποιεί τα πράγματα στην ουσία τα περιπλέκει γιατί εξισώνει τον θεό με μια έννοια περίπλοκη που δεν μπορεί ούτε να εξηγηθεί κι ούτε γίνεται να εξετασθεί αν είναι έγκυρη αυτή η εξίσωση κι αν πράγματι υπάρχει ένας τέτοιος θεός.Επίσης αυτή η εξίσωση έχει κάποιες πρακτικές επιπτώσεις στην ζωή ενός πιστού που δεν συμβαδίζουν και πολύ με την έννοια της αγάπης. Η βασικότερη κατά την γνώμη μου είναι η υποχρέωση υποταγής σε μια διδασκαλία που τον αναγκάζει να απορρίψει – σε σημείο μίσους κάποιες φορές – τους συνανθρώπους του είτε επειδή είναι αλλόθρησκοι, άθρησκοι ή άθεοι, είτε επειδή είναι ομοφυλόφιλοι, και γενικότερα επειδή διαφέρουν με κάποιον τρόπο από το δόγμα που επιβάλλει «ο θεός της αγάπης».Πως όλα αυτά δικαιολογούνται προερχόμενα από την πίστη στην παραδοχή πως ο θεός είναι αγάπη; Στην θεωρία όλα μπορεί να ακούγονται πολύ όμορφα, το θέμα είναι να βλέπουμε πέρα από το περιτύλιγμα και να εξετάζουμε την ουσία της κάθε κατάστασης.
Υπάρχουν μερικές φράσεις που οι πιστοί χρησιμοποιούν κατά κόρον σαν slogans. Το κύριο λογικό πρόβλημα αυτών των απλοϊκών slogans είναι το εξής: χρησιμοποιούν πάντα ως δεδομένο αυτό το οποίο πρέπει να αποδείξουν.Εάν στο μέλλον με κάποιο λογικό και επιστημονικό τρόπο βρίσκαμε αποδείξεις για την ύπαρξη κάποιου «Θεού», τότε και μόνον τότε θα μπορούσαμε να συζητήσουμε και για τις όποιες ιδιότητές του. Αλλά στην παρούσα φάση νομίζω ότι είναι εντελώς παράλογο να συζητούμε για τις ιδιότητες ενός αναπόδεικτου όντος και μάλιστα να τους δίνουμε χροιά επιχειρημάτων.
Τα αισθήματα των θρήσκων για τον θεό, τη φύση, την αγάπη, είναι καθαρά υποκειμενικά. Δεν μπορούν να ελεγχθούν ούτε να διασταυρωθούν αντικειμενικά και επομένως δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ούτε για να διαπιστώσουμε αν υπάρχει θεός ούτε για να τον περιγράψουμε.
Μήπως λοιπόν οι θρήσκοι θα έπρεπε να το ξανασκεφτούν;
Κι εγώ κάπου διάβασα ότι ο “θεός είναι αυγολέμονο”! Θα με ενδιέφεραν λοιπόν ρητορικά δύο απλές ερωτήσεις!
Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της επιστολής. Δημοσιεύεται με τη συγκατάθεση της αναγνώστριας. Το επώνυμο παραλείπεται κατόπιν παράκλησης της ιδίας.
Αγαπητοί φίλοι
Τυχαία είδα το blog Atheia στο διαδίκτυο. Διάβασα κάποια άρθρα και εκείνο που αισθάνθηκα είναι την βαθιά ανησυχία και σύγχυση των αρθρογράφων.
Είναι απόλυτα σεβαστές οι σκέψεις, οι διαφορετικές τοποθετήσεις για θέματα τόσο ιδιαίτερα όσο αυτά της πίστης.
Ωστόσο ίσως θα ήταν πιο ώριμο να τοποθετουσαν τις σκέψεις τους με ένα ερωτηματικό οι αρθρογράφοι και λιγότερο με θέσεις (γεμάτες αλαζονεία συχνά) για θέματα που είναι οφθαλμοφανές ότι δεν μπορούν να απαντήσουν.
Σε κανένα άρθρο από όσα διάβασα δεν είδα κάτι που να με κάνει να θεωρήσω τους προβληματισμούς σοβαρούς ώστε να αναρωτηθώ.
Λυπάμαι αλλά τόσες ανοησίες συγκεντωμένες δεν είχα ξαναδεί.
Ο Θεός είναι αγάπη διάβασα πρόσφατα (κι η λέξη αγάπη είναι που δεν συνάντησα στα άρθρα σας) κι αυτό είναι πολύ πιο απλό και σοβαρό, για να το πιστέψω αρκεί να κοιτάξω τα πουλιά, τα φύλλα των δένδρων, την ζωή..
Μήπως θα έπρεπε να το ξανασκεφτείτε;
Σας ευχαριστώ για την φιλοξενία
Μαρία Χ.
Αρθρογράφος: Batcic
Το ερώτημα της περί θεού ύπαρξης είναι, όπως και να το κάνουμε ένα ερώτημα βασανιστικό για πάρα πολύ κόσμο. Είναι το έσχατο ερώτημα, στην απάντηση του οποίου καλείται ο άνθρωπος να θεμελιώσει και στηρίξει τα αισθήματα του, τη συμπεριφορά του, την πορεία της ζωής του και γενικότερα τη συνολική του κοσμοθεώρηση. Οι συνέπειες ή μη της ύπαρξης ενός τέτοιου ανώτατου όντος θα μπορούσαν να αλλάξουν τόσο δραματικά το μετά-επίγειο μέλλον μας• από την αδιάστατη και γαλήνια, ανυπαρξία των σκληροπυρηνικών άθεων, μέχρι τους αντιδιαμετρικούς πόλους της μονοδιάστατης θρησκευτικής ευθείας, η οποία εκτείνεται από τον μαγευτικό παράδεισο μέχρι την τρομακτική κόλαση.
Ξεκαθαρίζοντας εδώ ότι αναφέρομαι στον χριστιανικό θεό, διαπιστώνουμε ότι μια σημαντική συνέπεια των ανωτέρω είναι η έντονη διαβάθμιση στα επίπεδα πίστης, που εμφανίζεται σε όλους τους ανθρώπους, από τους φανατικά θρήσκους μέχρι τους έντονα άθεους. Η διαβάθμιση δε αυτή εμφανίζεται να υπάρχει ακόμη και μεταξύ των ίδιων των άθεων, αν θεωρήσουμε ως άθεο αυτόν για τον οποίον η έννοια θεός, δεν παίζει κανέναν ρόλο στη διαμόρφωση των πράξεων και των σκέψεων του. Έτσι οι άθεοι εμφανίζονται να κατέχουν εκείνο το τμήμα του άξονα της πίστης, το οποίο εκτείνεται από την αγνωστικιστική θέση του “Είναι αδύνατον να αποδείξω ότι δεν υπάρχει θεός” μέχρι την πλήρως αδιάλλακτη και σκληροπυρηνική θέση του “Είμαι 100% σίγουρος ότι δεν υπάρχει θεός”.
100% σίγουρος για τη μη ύπαρξη του θεού; Το 100% είναι μια βαριά έκφραση και δεν πρέπει να το εκστομίζουμε αβασάνιστα, χωρίς την κατάλληλη συνοδεύουσα επιχειρηματολογία! Ας εξετάσουμε λοιπόν αν έχει πραγματική βάση μια τέτοια απόλυτη υπόθεση!
Η Προϋπόθεση Της Υπόστασης
Ποιο είναι το βασικό (των ανθρώπων) χαρακτηριστικό που μας κάνει να ξεχωρίζουμε από το υπόλοιπο ζωικό βασίλειο και να αναρωτιόμαστε για τα πάσης φύσεως υπαρξιακά προβλήματα και να δημιουργούμε θεούς και δαίμονες. Μα φυσικά η γλώσσα! Σε αυτό το πλαίσιο λοιπόν έχω να πω ότι όλες οι έννοιες αποκτούν κάποια λεκτική ταμπέλα μόλις αποκτήσουν υπόσταση. Δηλαδή όταν απλά υπάρχουν! Η ύπαρξη χωρίζεται αυτόματα σε δύο υποπεριπτώσεις:
- Υπάρχει κάτι σαν ύλη!
- Υπάρχει κάτι αφηρημένα, σαν ιδέα (αν και η ιδέα βιολογικά υπάρχει σαν υλικό εγκεφαλικό ερέθισμα)!
Έστω τώρα η έννοια που εκφράζεται μέσω της λεκτικής ταμπέλας φάλαινα! Τι ακριβώς είναι η φάλαινα; Είναι ένα πολύ μεγάλο θηλαστικό που ζει στη θάλασσα, έχει τα τάδε και τάδε χαρακτηριστικά (αναπαράγεται, κολυμπάει, τρέφεται με πλαγκτόν, ζυγίζει κάμποσους τόνους κ.α.). Εντάσσεται στην οντολογική κατηγορία ζώο. Πως προέκυψε η συγκεκριμένη λεκτική ταμπέλα; Μα από την ίδια την ύπαρξη αυτού του ζώου. Βλέπουμε τις φάλαινες, ακούμε τις φάλαινες, κάποιοι από εμάς έχουν χαϊδέψει φάλαινες! Έχουμε διαπιστώσει την υλική ύπαρξη τους μέσω των πέντε βασικών αισθήσεων μας, άρα υπάρχουν και πρέπει να τις ονομάσουμε ώστε να μπορούμε να συνεννοούμαστε μεταξύ μας, όποτε συναντάμε φάλαινες!
Ας εξετάσουμε τώρα την λεκτική ταμπέλα αλτρουισμός. Τι είναι ο αλτρουισμός; Τα περισσότερα λεξικά αναφέρονται σε ανιδιοτελή φροντίδα. Βλέπουμε, ακούμε ή γευόμαστε τον αλτρουισμό; Σίγουρα όχι! Ο αλτρουισμός δεν είναι μια λεκτική ταμπέλα της οποίας η έννοια μπορεί να διαπιστωθεί μέσω των πέντε βασικών αισθήσεων. Άρα δεν υπάρχει σαν ύλη. Ο αλτρουισμός όμως έχει αδιαμφισβήτητη ύπαρξη στον κόσμο των ιδεών και είναι μια έννοια μέσω της οποίας χαρακτηρίζουμε συγκεκριμένα είδη συμπεριφορών.
Η Βαθύτερη Ανάγκη Του Υλισμού
Οι αφηρημένες έννοιες, έχουν όλες ένα βασικό χαρακτηριστικό. Δεν αναφέρονται σε κάτι πραγματικό ή συγκεκριμένο και αποτελούν μάλλον ιδιότητες κάποιου πράγματος παρά το ίδιο το πράγμα. Π.χ. ο αφηρημένος αλτρουισμός είναι μια ιδιότητα ενός συγκεκριμένου και υλικού προσώπου.
Ο θεός, αν και πνεύμα άυλο, παρουσιάζει εντούτοις μια σημαντική ιδιομορφία συγκριτικά με τις υπόλοιπες αφηρημένες έννοιες, Ακόμα και οι πλέον αυθεντικοί πιστοί ζουν κάτω από την κρυφή προσδοκία της μελλοντικής υλικής επαλήθευσης του θεού. Η χριστιανική θρησκεία (όπως και οι περισσότερες θρησκείες) βασίζεται σε μεγάλο ποσοστό στην ανταμοιβή του πιστού για την εγκεκριμένη, από κάποιον ανώτατο υπερφυσικό φορέα, στάση ζωής του. Και η ανταμοιβή, καλώς ή κακώς προϋποθέτει υλικές και χειροπιαστές απολαβές, προϋποθέτει επαλήθευση! Από το αιώνιο φως (όραση) και την ανάσταση νεκρών (επαναφορά και των πέντε βασικών αισθήσεων) για τον νικητή μέχρι τον αφόρητο πόνο μέσα στις φωτιές και τα καζάνια της κόλασης (αφή) για τον ηττημένο. Η επαλήθευση είναι αμείλικτα συνδεδεμένη με την ύλη και ο πιστός περιμένει ανυπόμονα την επαλήθευση των προσδοκιών του στο μέλλον. Η βαθύτερη υποσυνείδητη σκέψη του πιστού είναι:
- Ο θεός υπάρχει στο μυαλό μου, και για να μην πάνε στράφι όλα όσα κάνω σύμφωνα με τις υποδείξεις του, πρέπει να υπάρχει και πραγματικά!
Υπάρχει Καπνός Χωρίς Φωτιά;
Η απάντηση είναι ένα ξερό ΟΧΙ. Δεν υπάρχει καπνός χωρίς φωτιά, αλλά η αλήθεια αυτού του συλλογισμού βασίζεται πρώτον στην πέρα πάσης αμφιβολίας ύπαρξη και του καπνού και της φωτιάς και δεύτερον στην επαλήθευση της φωτιάς ως αίτιο δημιουργίας καπνού.
Ισχύει το ίδιο για την ύπαρξη του θεού; Ή για να το θέσω όπως το προηγούμενο ερώτημα, υπάρχει η έννοια θεός σε τόσους ανθρώπους χωρίς να υπάρχει πραγματικά θεός; Η απάντηση είναι ένα ξερό ΝΑΙ! Ποιες απτές αποδείξεις έχουμε ότι υπάρχει θεός και αλληλεπιδρά με τους ανθρώπους; Καμία!!! Οι αποδείξεις ύπαρξης του θεού είναι πάντοτε αμφιλεγόμενες και πάντοτε απρόσιτες για επιστημονικό έλεγχο, είτε τοπικά είτε χρονικά. Συνεπώς ο έλεγχος του ισχυρισμού “Υπάρχει Θεός” είναι το ίδιο αδύνατος όπως και ο έλεγχος του ισχυρισμού “Υπάρχει Το Παντοδύναμο Ταραφαντανάκι“. Δεν γνωρίζετε το παντοδύναμο ταραφαντανάκι; Μα είναι ένα συμπαθέστατο και αόρατο πλάσμα, το οποίο έφτιαξα εγώ, και το οποίο πήρε στα χέρια του τις τύχες αυτού του κόσμου!
Που μπορούμε να βασιστούμε για την επαλήθευση των ανωτέρω ισχυρισμών, αν όχι στις απτές αποδείξεις; Και που μπορούμε να βασιστούμε για να θεωρήσουμε τις ανωτέρω έννοιες άξιες συζήτησης και διερεύνησης; Στον αριθμό των υποστηρικτών του ισχυρισμού; Στην πειθώ των υποστηρικτών; Απουσία αποδείξεων, είναι δυνατόν να υπάρχει κάτι αν το υποστηρίζουν πολλοί ή αν φαίνεται πειστικό (θεός) και να μην υπάρχει κάτι αν το υποστηρίζουν λίγοι ή φαίνεται παράλογο (το αγαπημένο μου ταραφαντανάκι); Αστεία πράγματα!!!
Εξ’ Ορισμού!
Επειδή είναι καλό να ορίζουμε πάντα το αντικείμενο της συζήτησης μας, κατά τους Τεγόπουλο και Φυτράκη:
Θεός = (ο) ουσ. κατά τη θρησκευτική σκέψη, άναρχο και αιώνιο πνεύμα που δημιούργησε και κυβερνά τον κόσμο.
Άναρχο επειδή δεν υπόκειται σε αρχές. Αρχές οι οποίες γενικά καθορίζουν το πώς συμπεριφέρεται η ύλη. Επομένως έχει ο θεός κάποια υλική υπόσταση; Σίγουρα όχι! Και φυσικά η φράση κλειδί είναι το “κατά τη θρησκευτική σκέψη“! Συνεπώς στο ερώτημα αν υπάρχει θεός, απαντώ: Στον κόσμο των ιδεών υπάρχει! Γιατί; Γιατί απλώς υπάρχει! Υπάρχει σαν ιδέα στα κεφάλια πολλών πιστών, είναι μια υπαρκτή δηλαδή έννοια και γι αυτό χρειάστηκε να την ονοματίσουμε. Πρέπει με κάποιον τρόπο να μπορούμε να περιγράψουμε το αντικείμενο του δέους, απέναντι στα αναπάντητα ερωτήματα, που νιώθουν και αισθάνονται κάποιοι άνθρωποι.
Αν υπάρχει ο θεός κάπου αλλού πέρα από το ανθρώπινο μυαλό; ΜΕ ΤΙΠΟΤΑ! Αν ποτέ βρούμε, με απτά στοιχεία που να εξηγούν την αλληλεπίδραση του με την ύλη και όχι με αλαφροΐσκιωτες διηγήσεις, κάποιον παντοδύναμο τύπο ο οποίος ελέγχει το σύμπαν και κινεί τα νήματα του, μάλλον θα χρειαστεί να βρούμε και μια άλλη λεκτική ταμπέλα για να τον περιγράψουμε, γιατί ο τύπος αυτός θα έχει μια ουσιώδη διαφορά από τον θεό. Θα υπάρχει!!! Γενικά και πέρα από τη θρησκευτική σκέψη…
Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο The Schrodinger’s Dragon,
όπου μπορείτε να αφήνετε τα σχόλιά σας.
Το θεριό στο κατώφλι
Αρθρογράφος: EvanT
Βγαίνω το βράδυ στο μπαλκόνι και κοιτάζω γύρω μου. Σκοτάδι, ένα δέντρο απέναντι χορεύει με τον αέρα, το φως του στύλου της ΔΕΗ χύνεται ανάμεσα απ’ τα φύλλα, τα παράθυρα στο σπίτι απέναντι είναι σκοτεινά και τα άστρα ξεπροβάλλουν πίσω απ’ το πέπλο των φώτων της πόλης. Δεν είναι πολλά. Ένα εδώ, ένα εκεί και όσο συνηθίζουν τα μάτια εμφανίζονται όλο και περισσότερα. Και για λίγο, για μια στιγμή μονάχα, νομίζω πως είμαι μόνος μου· μόνος μου σ’ όλο τον κόσμο. Και βγαίνει τότε το θεριό από τα βάθη της ψυχής μου και ρωτάει με φωνή βραχνή “Γιατί είσαι εδώ; Πού πας;”
Δεν είναι ξένη η φωνή. Βραχνή κι αν είναι, αν την ακούσω πολύ προσεκτικά καταλαβαίνω ότι είναι η δική μου και είναι φωνή απαιτητική. Θέλει απάντηση και τη θέλει τώρα. Και δεν σκαμπάζει από δικαιολογίες κι επιπλήξεις, ούτε και σ’ αφήνει να την αγνοήσεις. Θέλει απάντηση και τη θέλει τώρα. Ούτε ψέματα σηκώνει η φωνή. Ψέματα στον εαυτό σου δεν μπορείς να πεις όσο κι αν το θέλεις. “Γιατί είσαι εδώ; Πού πας;”
Μα αν δεν σηκώνει ψέματα η φωνή, μπορεί να της βουλώσει το στόμα μια μπούρδα, μια οποιαδήποτε μπούρδα, αρκεί να την πιστεύεις αρκετά. Γιατί σίγουρος αν δεν είσαι για ότι αποκριθείς, η φωνή εξαγριώνεται, θεριεύει και βρυχάται “Ψέματα μου λες, ανθρωπάκο. Από μένα θέλεις να κρυφτείς; Σε ξέρω πολύ καλά για να τα χάψω αυτά που μου τσαμπουνάς.” Και γελάει η βραχνή φωνή και καρκαράει κι αν είχε πρόσωπο σα γριά ξεδοντιάρα θά ‘ταν με κιτρινισμένα, σάπια δόντια και θανατερή ανάσα και πρόσωπο σκαμμένο από βαθιές ρυτίδες. Γιατί αυτή είναι η φωνή που όλοι τρέμουμε ν’ ακούσουμε το βράδυ, όταν όλα είναι ήσυχα και μόνοι μας θαρρούμε ότι είμαστε.
Από ένα σκοτάδι ερχόμαστε και όλο προς ένα σκοτάδι πάμε και το φως ανάμεσα το λέμε ζωή, αλλά στη σκοτεινιά της νύχτας όταν είμαστε το σκότος απ’ όπου ήρθαμε φαντάζει μακρινό και αδιάφορο, αλλά το σκοτάδι μπροστά μας είναι πηχτό και πιο άφωτο και απ’ την πιο άναστρη νύχτα και όπου και να γυρίσουμε το βλέπουμε μπροστά μας γιατί από μέσα μας αναβλύζει και μοιάζει της ζωής το φως ν’ αδυνατίζει.
Όλοι μας το κουβαλάμε το σκοτάδι αυτό που μιλάει με τη φαφούτικη φωνή των γηρατειών μας. Όλοι μας από τότε που ο πρώτος άνθρωπος με νου έμεινε μόνος του βράδυ στο δάσος και ένιωσε τη θνητότητά του να τον ζώνει από τριγύρω μαζί με τα θεριά. Και έδωσε όνομα στη φωνή αυτή ο άνθρωπος. Την είπε “δαίμονα”. Και τι φριχτός δαίμονας που είναι. Φριχτότερος απ’ όλους τους δαίμονες μαζί που έχει φανταστεί. Τον βλέπουμε συνέχεια γύρω μας το θάνατο και όσο περισσότερο είμαστε ζωντανοί, τόσο περισσότερο μας περιπαίζει.
“Γιατί είσαι εδώ; Πού πας; Θα σου πω εγώ! Σ’ εμένα έρχεσαι, μέρα με τη μέρα. Δε με θες, αλλά θα μού ΄ρθεις. Και τι θα κάνουμε μαζί, σαν το κατώφλι το περάσεις, δε σου λέω”.
Μα γιατί δε μου απαντάει; Μέσα μου δε ζει μήπως; Τη φωνή που από το ίδιο το μέσα μου ανεβαίνει γιατί δεν μπορώ να κουλαντρίσω; Όχι! Φωνή δικιά μου αυτή δεν είναι που με τρομάζει τόσο! Ο δαίμονας είναι που τ’ αρέσει να με βλέπει να ασφυκτιώ μες στο κορμί μου το ίδιο! Αχ, δε θα βρεθεί κάποιος της φωνής τη γλώσσα να την κόψει;
Και μες στην παραζάλη φτιάχνω τρομερό εχτρό για τη φωνή. Και μ’ όλα τα καλά και σπουδαία πράματα τον φορτώνω, να τον δει η φωνή που εγώ φαντάζομαι του δαίμονα, από μέσα μου, μεγάλο και φωτεινό και πλουμιστό και τρομερό στην όψη, να σκιαχτεί και να μ’ αφήσει ήσυχο. “Θεό” τον είπα τον οχτρό του. Και όντως! Τι χαρά! Φοβήθηκ’ η φωνή και έφυγε κι είμαι χαρούμενος για λίγο.
Μα τι κι αν άρον άρον την έδιωξα τη φωνή; Το ερώτημα έμεινε πίσω. “Το κατώφλι άμα περάσω τι θα βρω;” Και ο Θεός, που μ’ όλου του κόσμου τα καλά εφόρτωσα τώρα σιωπά κι αυτός γιατί το χρέος του έκανε· το κυνήγησε το χτήνος που αλυχτούσε το βράδυ σαν ήμουν μόνος στο μπαλκόνι. Και μένει η ερώτηση και τότε καταλαβαίνω ότι δεν ήταν η γριά η ξεδοντιάρα που φοβόμουν δαίμονας, αλλά κομμάτι του εαυτού μου και τώρα, χρόνια μετά, πίσω το ζητώ.
“Μα είσαι τρελός!;” μου λένε τότε όλοι. “Γιατί το θέλεις πίσω το τέρας με τη θανατερή ανάσα; Θα σου πω εγώ για το δικό μου το Θεό που το ‘διωξε και απάντηση μου έδωσε για το τι κρύβεται πίσω από το σκοτεινό κατώφλι στο τέρμα του φωτός που λέγεται ζωή. Κι άλλο φως έχει από πίσω, πιο πέρα κι από εκεί που φτάνει το μάτι, φως πηχτό που να το πιάσεις μπορείς και να γεμίσεις και τις τσέπες σου και τις τσέπες ολονών και πάλι να μη στερεύει και μοναχός σου ποτέ ξανά δε θά ‘σαι. Άσε το θεριό να αλυχτά πίσω από τη φωτεινή κουρτίνα πού ‘φτιαξα. Τι το θέλεις πίσω; Αυτά μου είπε εμένα ο Θεός μου.”
Μα ξέρω πως ο Θεός του είναι φτιαχτός σαν τον δικό μου. Και με φοβίζει ότι η φωτεινή κουρτίνα που μου υπόσχεται μπορεί να πέσει μία μέρα και πίσω από τις δίπλες της να φανεί πάλι το θεριό και να κρυφτώ δε θα μπορώ, στο φως λουσμένος καθώς θα ‘μαι. Και του λέω να ‘ρθει μαζί μου, να δοκιμάσουμε μαζί να το γκρεμοτσακίσουμε, αλλά δε θέλει ν’ αφήσει πίσω το Θεό του. Μ’ όλα τα καλά τον φόρτωσε και φοβερό και τρομερό καθώς τον έφτιαξε και με εξουσία στο τρομαχτικό θεριό, φοβάται πως τα καλά αυτά πίσω δε θα μπορεί να τα ζητήσει. Το σκιάζεται κι αυτός αυτό που έφτιαξε κι αν κάνει να φύγει, πίσω θα πρέπει να αφήσει της ζωής του τα καλύτερα. Μπορεί και να του λείψει. Σωτήρας και γλυκός βασανιστής μαζί.
Με τράβαγε κι εμένα απ’ το μπατζάκι ο Θεός μου. Δεν ήθελε να τον αφήσω πίσω και να του πάρω ότι εγώ του είχα δώσει. Δεν ήθελε πρόθυμα να αποχωριστεί όλα εκείνα που του φόρτωσα. Σα μουλάρι χρόνια τα κουβάλαγε αγόγγυστα και θαρρούσε πως τ’ ανήκαν. Τσίνισε πολύ, αλλά στο τέλος τα επήρα όλα. Και την αγάπη και την ευτυχία και την ελπίδα. Σάμπως δεν ήτανε δικά μου απ’ την αρχή;
Εγώ το δικό μου το Θεό τον εξεφόρτωσα. Πίσω τα πήρα όλα και άνοιξα τη μπαλκονόπορτα και τράβηξα την κουρτίνα να μπει πάλι μέσα το θεριό. Και να! Δεν ήτανε και τόσο τρομαχτικό όσο νόμιζα όταν μιλούσε με βραχνή φωνή στο σκοτεινό μπαλκόνι. Μέσα στο φως του δωματίου το είδα πολύ πιο καθαρά. Δεν ήτανε θεριό. Εγώ ήμουνα. Γέρος, με άσπρα μαλλιά και μέτωπο ρυτιδιασμένο και κουρασμένο πρόσωπο, μα τα μάτια μου θαρρώ πως ήταν ίδια και η φωνή τώρα δεν ήτανε βραχνή, μα καθάρια και κρυστάλλινη. Μα γιατί με πείραζε και με σκάνιαζε ο γέρος εαυτός μου χρόνια πριν. Θα φοβότανε κι εκείνος, πιο κοντά αφού ‘ταν στο κατώφλι και με ζήλευε που εγώ ήμουν μακριά και δε φοβόμουν.
Αλλά τώρα τον κατάλαβα. Στο μπαλκόνι τώρα όταν στέκομαι το βράδυ δε δίνω σημασία στο σκοτάδι και το σβηστό το φως απέναντι, αλλά στα φώτα τ’ αναμμένα στις πέρα πολυκατοικίες που είναι κι άλλοι που ξαγρυπνάνε σαν κι εμένα και στον μακρινό αχό του δρόμου από πίσω, που μια στο τόσο περνάει κάποιο αμάξι (αχ, και να ‘ξερα που θε να πάει ο οδηγός του). Μονάχος μου δεν είμαι τελικά. Κι ούτε με φοβίζει πια ο εαυτός μου ο ίδιος. Έχω κι άλλα, βέβαια, που φοβάμαι, αλλά ένα-ένα θα τα βρω και θα τα λύσω. Πώς αλλιώς θα έχει η ζωή ενδιαφέρον αν δεν έχεις στόχο καλύτερος να γίνεις; Και έχω ακόμα κρατημένη την αγάπη, τη χαρά και την ελπίδα να πορεύομαι.
Κι όταν τελειώσει το ταξίδι και κουρασμένος πέσω για να ξαποστάσω, μαζί του θα περάσω στο σκοτάδι πέρα απ’ το κατώφλι και θα δω τι κρύβεται εκεί πίσω. Ίσως Θεός να με υποδεχτεί καλύτερος, πολύ πιο σπουδαίος και τρανός απ’ ό,τι έφτιαξε ο φόβος του θηρίου εδώ χάμω. Ίσως μια άλλη ζωή να πάρω απ’ την αρχή και να διαβάσω κάποτε πάλι ετούτες τις αράδες απορώντας ποιος ήταν εκείνος που τις έγραψε. Ίσως το τίποτα, εκεί που ήμουνα και πριν να γεννηθώ, γλυκό και ήσυχο σαν την κοιλιά της μάνας μου που μ’ όνειρα κι ελπίδες με ανάθρεψε. Μα ό,τι κι αν είναι πίσω εκεί με θάρρος κατάματα θα το κοιτάξω γιατί έτσι τ’ αποφάσισα· εγώ κι όχι οι άλλοι. Κι εν τέλει γιατί να φοβηθώ; Θεριό μπροστά να το φυλάει το κατώφλι τώρα δεν υπάρχει.
Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο Iokaste’s Blog
όπου μπορείτε να αφήνετε τα σχόλιά σας.
Μπορούμε να ζήσουμε χωρίς θρησκεία;
Αρθρογράφος: Aeroxeimarros
Νομίζω ότι ήρθε ο καιρός που πρέπει να γράψω και εγώ την άποψη μου για τη Θρησκεία. Αν και εν μέσω εξεταστικής ίσως φαινομενικά κάτι τέτοιο να ήταν αδύνατο αλλά ας είναι καλά και ο Σεπτέμβρης..
Σε διάφορα blogs κατά καιρούς έχουν γραφτεί διάφορα περί του θέματος, από τα σκάνδαλα της εκκλησίας έως και καθαρώς φιλοσοφικές τοποθετήσεις ή και επιστημονικές θέσεις, σε ένα θέμα που αναμφίβολα είναι ανεπίλυτο. Η δική μου η τοποθέτηση στον παρόν άρθρο θα είναι κάπως διαφορετική.
Ο λόγος είναι ότι θα θίξω ένα θέμα καίριο που όμως δεν ασχολούνται και τόσο οι πλείστοι επ’ αυτού, τουλάχιστον στον βαθμό που θα έπρεπε. Το θέμα είναι η αναγκαιότητα της Θρησκείας στην κοινωνία μας. Αλήθεια, πόσο αναγκαία είναι η θρησκεία σήμερα;;
Κατ’ αρχήν, εξαρτάται σε ποιους απευθύνεται το ερώτημα. Διότι, σε ότι αφορά εμένα προσωπικά, βεβαίως μπορώ να ζήσω χωρίς τη Θρησκεία, θεωρώ ότι τα εφόδια που έχω ως άνθρωπος είναι αρκετά να αντιμετωπίσω τη ζωή χωρίς αυτήν.
Από τότε που έχασα την πίστη μου εξάλλου νιώθω απελευθερωμένος, με διαυγή σκέψη και το ίδιο ηθικός όσο όταν ήμουν χριστιανός. Ναι, είμαι άθεος και είμαι χαρούμενος γι’ αυτό!
Αυτό όμως είναι καθαρά υποκειμενικό, καθότι σίγουρα άλλοι και μάλιστα οι περισσότεροι μπορούν να ισχυριστούν το ίδιο ότι συμβαίνει με το να έχουν την πίστη τους. Ίσως, επειδή μεγάλωσαν έτσι και δεν μπόρεσαν ποτέ να ξεφύγουν, ίσως όμως και ότι συμπληρώνει τα κενά τους σε τέτοιο βαθμό που δύσκολα θα αμφέβαλλαν γι’ αυτήν καθώς έτσι θα κατέρρεε η όλη κοσμοθεωρία τους και εν τέλει η ψυχολογία τους.
Τι είναι όμως αυτό που κάνει τη Θρησκεία τόσο απαραίτητη στους περισσότερους;;
Αν και αρκετοί αποδίδουν την δύναμη της θρησκείας στο ότι καθησυχάζει τους πιστούς μπροστά στον θάνατό τους, θα έλεγα ότι δεν ισχύει και τόσο το εν λόγω επιχείρημα.. Σκεφτείτε μόνο ότι η προοπτική της κόλασης και της αιώνιας καταδίκης είναι πολύ πιο τρομακτική σε σχέση με το τίποτα, το κενό που αποδεχόμαστε οι άθεοι! Όλοι θα συμφωνήσουμε ότι υπό την στενή έννοια του όρου το κενό δεν είναι οδυνηρό, όπως δεν υπήρχαμε στην εποχή του Σωκράτη έτσι θα γίνει και όταν πλέον δεν θα ζούμε..
Οπότε υπό το πρίσμα αυτό εμείς οι άθεοι δεν έχουμε και μεγάλο πρόβλημα, σίγουρα κάποια αγωνία αλλά εν γένει θέλουμε να απολαύσουμε την επίγεια ζωή μας κι αυτό μας αρκεί!
Ο άθεος όμως στερείται κάποιας προστασίας έστω και φαινομενικής στον θάνατο των άλλων, ενός στενού συγγενή ή αγαπημένο του φίλο, εκεί ο θάνατος γι αυτόν είναι πολύ οδυνηρός, ανυπόφορος, εκεί νιώθει σπαραγμένος αν και στο βάθος του μυαλού του έχει μία παρηγοριά ότι τουλάχιστον αυτός που έχασε δεν θα υποφέρει, όμως στην αρχή δεν έχεις χρόνο να σκεφτείς κάτι τέτοιο! Εκεί είναι που θα ζήλευε ίσως έναν πιστό!
Ακριβώς, εδώ έγκειται η δύναμη της θρησκείας, στον θάνατο των άλλων! Μα, είναι αυτός λόγος να πιστέψουμε, εάν σκεφτούμε ότι το θέμα της ύπαρξης του Θεού -επιεικώς- είναι αμφίβολο;
Για κάποιους χωρίς καμία αμφισβήτηση ναι, είναι λόγος για να πιστέψουν, για κάποιος όχι όμως, στους οποίους συγκαταλέγομαι και εγώ!
Ίσως αυτό είναι που μας δίνει και δύναμη εμάς τους άθεους διότι απλά προτιμάμε την αλήθεια, δεν θέλουμε να παρηγορούμαστε απλά και μόνο για την ψυχική μας γαλήνη σε στιγμές πένθους! Δεν είναι μόνο αυτό, αλλά και το γεγονός της τελετής που ακολουθεί μετά από έναν θάνατο με όλα όσα λαμβάνουν χώρα προσευχές, δεήσεις, σύμβολα, αγρυπνία κ,α. δίνουν τη δυνατότητα στους θρήσκους να αποδεχτούν και εν τέλει να ζήσουν τον θάνατο τους αγαπημένο τους προσώπου. Δεν τον θάβουν σαν ζώο, ούτε τον καίνε σαν σκουπίδι, έτσι τουλάχιστον νιώθουν οι πιστοί που είναι βαθιά προσκολλημένοι στα χριστιανικά τελετουργικά καθότι γι αυτούς δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να ζήσουν τον Θάνατο των συγγενών τους.
Αυτή είναι η αλήθεια, χωρίς βέβαια να σημαίνει ότι αυτός είναι λόγος για να πιστέψεις, σας είπα ότι εγώ ως άθεος έχω τα εφόδια να αντιμετωπίσω τέτοια κατάσταση και δεν ικανοποιούμαι με τις εν λόγω τακτικές των θρήσκων. Το γεγονός αυτό όμως καθιστά τη Θρησκεία τόσο αναγκαία για την πλειοψηφία των ανθρώπων, η παρηγοριά και η τελετή σε μία δύσκολη γι αυτούς στιγμή!
Δεν θα άντεχαν χωρίς αυτό, είναι η ιδιοσυγκρασία τους , το πνεύμα τους, ο τρόπος σκέψης τους σύμφωνα με το γεγονός της παρηγοριάς που τους προσφέρει απλόχερα η Θρησκεία.
Εν κατακλείδι λοιπόν θεωρώ ότι εμείς οι άθεοι απλά θέλουμε να παρουσιάσουμε τη δική μας οπτική για τη ζωή και να επιχειρηματολογήσουμε γι αυτήν, να προβάλλουμε την άποψη μας και όχι να στερήσουμε την πίστη κανενός. Είναι δικαίωμα του καθενός να πιστεύει όπου θέλει εφόσον όμως δεν απαιτεί να το κάνουν και οι άλλοι! Οι πιστοί που έχουν ανάγκη τη θρησκεία, είναι ελεύθεροι να πιστεύουν σ’ αυτήν, δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα, εξάλλου όταν λείπει ο φανατισμός η διαφορετικότητα είναι ευλογία.
Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο Ο καιρός είναι εξίσωση,
όπου μπορείτε να αφήνετε τα σχόλιά σας.
Κι αν υπάρχει θεός;
Αρθρογράφος: Αόρατη Μελάνη
Πολλοί έχουν την εντύπωση πως αν τεκμηριωθεί η ύπαρξη θεού η αθεΐα θα αποδειχθεί πλάνη (και οι άθεοι θα φάνε τα καπέλα τους, θα πέσουν συντετριμμένοι στα γόνατα και θα λατρέψουν τον παντοδύναμο θεό).
Πρόκειται για τεράστια παρεξήγηση. Η απόδειξη της ύπαρξης θεού είναι ακριβώς αυτό που ζητούν οι άθεοι, σε αντίθεση με τους πιστούς, που δέχονται την ύπαρξη θεού χωρίς αποδείξεις. Μιλώ βεβαίως για φυσικές αποδείξεις, για τεκμήρια επαληθεύσιμα μέσω των αισθήσεων και της λογικής. Είναι φανερό ότι οι αρχαίοι μύθοι δεν συνιστούν αποδείξεις, όπως δεν συνιστά απόδειξη και το υποκειμενικό εσωτερικό βίωμα του καθενός.
Η παρεξήγηση συνίσταται στο εξής: επικρατεί η αντίληψη, ακόμη και στους αθεϊστικούς κύκλους, ότι η αθεΐα είναι άρνηση της ύπαρξης του θεού. Αυτό ενδεχομένως να ισχύει για μια μικρή μερίδα ανθρώπων που αυτοχαρακτηρίζονται άθεοι. Η μεγάλη πλειοψηφία των σύγχρονων άθεων όμως δεν αρνούνται την ύπαρξη του θεού: αρνούνται απλώς να την δεχτούν χωρίς αποδείξεις. Υπό αυτήν την έννοια, αθεΐα είναι η άρνηση της πίστης.
Η παρεξήγηση του “αγνωστικισμού”
Η παρεξήγηση αυτή οδηγεί πάρα πολλούς ανθρώπους να δηλώσουν αγνωστικιστές και όχι άθεοι, νομίζοντας ότι αγνωστικιστής είναι αυτός που ομολογεί ότι δεν γνωρίζει αν υπάρχει θεός, δεδομένου ότι δεν υπάρχουν αποδείξεις ούτε για την ύπαρξη ούτε για την ανυπαρξία του. Αν όμως το ζητούμενο για την αποδοχή της ύπαρξης θεού είναι οι αποδείξεις, τότε ήδη έχουμε εγκαταλείψει την πίστη, ήδη έχουμε απορρίψει την ομολογιακή αποδοχή της ύπαρξης θεού, ήδη έχουμε πάψει να είμαστε ένθεοι – επομένως είμαστε ήδη άθεοι. Αυτούς τους αγνωστικιστές εγώ προσωπικά τους θεωρώ άθεους, δεδομένου ότι δεν έχουν πίστη στον θεό, αλλά ζητούν κι αυτοί αποδείξεις για να δεχτούν την ύπαρξή του.
Το έχω πει και θα το ξαναπώ: αθεΐα δεν είναι η βεβαιότητα ανυπαρξίας θεού, αθεΐα είναι η απουσία πίστης.
Ο όρος αγνωστικισμός πλάστηκε από τον Τόμας Χάξλεϋ για να δηλώσει την πεποίθηση ότι ορισμένες περιοχές της γνώσης ενδεχομένως να είναι απροσπέλαστες στον ανθρώπινο νου, σε αντίθεση με τον γνωστικισμό, που τρέφει την πεποίθηση ότι η ουσιαστική γνώση προέρχεται από εσωτερικές αποκαλυπτικές εμπειρίες.
Αγνωστικιστής λοιπόν δεν είναι αυτός που περιμένει αποδείξεις για να δεχτεί την ύπαρξη θεού, αλλά αυτός που πιστεύει (ώπα! να πάλι αυτή η λέξη!) ότι η ύπαρξη του θεού δεν μπορεί να γνωσθεί, ότι δεν μπορούμε ποτέ να μάθουμε αν υπάρχει θεός ή όχι. Η άποψη του αγνωστικισμού είναι ότι υπάρχουν ορισμένα θέματα που βρίσκονται έξω από την σφαίρα της ανθρώπινης γνώσης, ορισμένα θέματα που ποτέ δεν θα μπορέσουμε να γνωρίσουμε.
Αυτή η άποψη, όμως, κατά τη γνώμη μου, βρίσκεται πολύ πιο κοντά στον θεϊσμό παρά στην αθεΐα. Πρώτα απ’ όλα, προϋποθέτει ένα βαθμό πίστης – όχι στον θεό, αλλά σε μια αστήρικτη πεποίθηση. Δεν συντρέχει λόγος να υποθέσουμε ότι υπάρχουν κάποια αντικείμενα που δεν μπορούν να γίνουν ποτέ γνωστά. Ήδη αυτή η υπόθεση όζει επιρροή θρησκευτικής πίστης. Ακόμη όμως κι αν διατυπώσουμε μια τέτοια υπόθεση, δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι για την βεβαιότητά της. Θα πρέπει να αναζητήσουμε στοιχεία να την στηρίξουν, τεκμήρια, επιχειρήματα. Δεχόμενοι ότι ισχύει η υπόθεσή μας χωρίς να έχουμε βρει τέτοια στοιχεία, στην ουσία έχουμε ήδη καταφύγει στην πίστη: αν όχι πίστη στο θεό, τουλάχιστον πίστη στο μεταφυσικό.
Όπως και ο θεϊσμός, έτσι και ο αγνωστικισμός αναγνωρίζει ότι υπάρχουν πράγματα πάνω από τον άνθρωπο, πέρα από τον άνθρωπο, πράγματα ανώτερα και απροσπέλαστα. Ο θεϊσμός δέχεται ότι μπορούμε να τα γνωρίσουμε μόνο με εσωτερικά βιώματα, ο αγνωστικισμός λέει ότι δεν μπορούμε να τα γνωρίσουμε. Αυτή η τοποθέτηση όμως, στερούμενη λογικής στήριξης, δεν απέχει πολύ από την θρησκευτικότητα. Οπωσδήποτε απέχει πολύ λιγότερο από την θρησκευτικότητα παρά από την αθεΐα.
Η παρεξήγηση του “σκληροπυρηνικού αθεϊσμού”
Η απόλυτη άρνηση της ύπαρξης θεού, από την άλλη, στην ουσία προϋποθέτει πίστη: πώς αλλιώς μπορεί να είναι κανείς απόλυτα βέβαιος για την ανυπαρξία του; Αυτό το είδος αθεΐας, κατά τη γνώμη μου, σιγοντάρει την πίστη και πολώνει τις συζητήσεις. Είναι εμφανώς αδύνατον να γνωρίζουμε με βεβαιότητα την ανυπαρξία θεού. Μπορούμε να πούμε ότι οι πιθανότητες ύπαρξής του είναι απειροελάχιστες, δεν μπορούμε όμως να πούμε ότι είναι μηδενικές. Διατυπώνοντας μια τέτοια βεβαιότητα, δεν διαφέρουμε πολύ από τους θρήσκους, που δηλώνουν βέβαιοι για την ύπαρξη θεού ενώ είναι εμφανώς αδύνατον να γνωρίζουν κάτι τέτοιο.
Πολλοί κατηγορούν τους άθεους ότι έχουν ιδρύσει μια νέα θρησκεία, την θρησκεία της αθεΐας. Στην περίπτωση των άθεων αυτού του τύπου, έχουν δίκιο: η χωρίς αποδείξεις πίστη είναι χαρακτηριστικό της θρησκείας.
Οι άνθρωποι που αρνούνται αδιαπραγμάτευτα την ύπαρξη θεού κατά κανόνα θεωρούν τους εαυτούς τους «πραγματικούς» άθεους, τους πιο γνήσιους εκπροσώπους της αθεΐας. Κατά τη γνώμη μου ισχύει ακριβώς το αντίθετο: η θέση τους απέχει παρασάγγας από αυτό που εγώ εννοώ ως αθεΐα, διότι προϋποθέτει πίστη. Η αθεΐα όπως την εννοώ εγώ προϋποθέτει σκεπτικισμό και αμφισβήτηση.
Η παρεξήγηση του θεϊσμού
Σε συζητήσεις με θεϊστές, όταν λέω ότι δεν βλέπω καμμία απόδειξη για την ύπαρξη θεού, συχνά ακούω την προτροπή να «κοιτάξω με τα μάτια της καρδιάς μου». Η πρόταση αυτή προφανώς είναι μεταφορική: η καρδιά δεν έχει μάτια. Η παρεξήγηση ξεκινά από την επίσης μεταφορική δήλωση «δεν βλέπω καμμία απόδειξη για την ύπαρξη θεού». Όταν λέω βλέπω, στην περίπτωση αυτή, εννοώ προφανώς «αντιλαμβάνομαι». Υπό την έννοια αυτή και ο θεϊστής που προτρέπει να «κοιτάξω» με τα μάτια της καρδιάς στην πραγματικότητα προτρέπει να αντιληφθώ τον κόσμο με κάποιο άλλο μέσον από αυτό που χρησιμοποιώ.
Και ποιο είναι το μέσον που χρησιμοποιώ για να αντιληφθώ τον κόσμο; Μα φυσικά ο νους, το μυαλό μου. Ποια είναι λοιπόν τα «μάτια της καρδιάς» που με προτρέπει ο θρήσκος να χρησιμοποιήσω; Θα συμφωνήσουμε, νομίζω, ότι είναι το συναίσθημα. Όπως όλοι ξέρουμε, η λέξη «καρδιά» χρησιμοποιείται στην καθομιλουμένη για να δηλώσει το συναίσθημα.
Πείτε μου όμως, αγαπητοί μου, θεϊστές και μη: σας φαίνεται εύστοχο να επιχειρήσετε να αντιληφθείτε τον κόσμο με το συναίσθημα; Το συναίσθημα είναι υπέροχο και απαραίτητο όταν πρόκειται να σχετιστούμε με τους συνανθρώπους μας. Μάλιστα στην περίπτωση αυτή θα ήταν τελείως άστοχο να επιχειρήσουμε να χρησιμοποιήσουμε την λογική. Το συναίσθημα είναι χρήσιμο επίσης όταν σχετιζόμαστε με το ευρύτερο περιβάλλον μας. Τρέφουμε αισθήματα για την οικογένειά μας, για τους φίλους μας, για τα κατοικίδιά μας, για την φύση. Αγαπάμε το παιδί μας αλλά και ένα όμορφο τοπίο και θέλουμε να τα φροντίσουμε να τα προστατέψουμε.
Προσοχή όμως: χρησιμοποιούμε το συναίσθημα για να σχετιστούμε, αλλά δεν το χρησιμοποιούμε για να αντιληφθούμε τον κόσμο. Δεν διαπιστώνουμε την ύπαρξη του ενός φίλου μας με το συναίσθημα. Την διαπιστώνουμε με τις αισθήσεις και με την λογική μας, όπως διαπιστώνουμε την ύπαρξη όλων των πραγμάτων. Από τη στιγμή που είναι υπαρκτός, τότε σχετιζόμαστε συναισθηματικά μαζί του. Η ύπαρξη του φίλου μας μπορεί να διαπιστωθεί και από άλλους ανθρώπους, ακόμη και από όσους δεν τον αγαπούν όπως εμείς. Μπορεί να τεκμηριωθεί με φωτογραφίες και άλλα φυσικά μέσα, μπορεί να επιβεβαιωθεί. Αν σχετιστούμε συναισθηματικά με ένα ανύπαρκτο πρόσωπο το οποίο μόνον εμείς αντιλαμβανόμαστε, τότε θεωρούμαστε ψυχοπαθείς και μας παρέχεται θεραπεία.
Αυτό ακριβώς, όμως, είναι που μας προτρέπουν οι θεϊστές να κάνουμε: να σχετιστούμε συναισθηματικά με ένα ον του οποίου την ύπαρξη δεν μπορούμε να διαπιστώσουμε. Μας προτρέπουν να διαπιστώσουμε την ύπαρξη του θεού με το συναίσθημα – κάτι πρακτικά αδύνατον. Το συναίσθημα δεν προορίζεται για να αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο. Τη δουλειά αυτή την κάνει η λογική, με επεξεργασία των δεδομένων που της παρέχουν οι αισθήσεις μας.
Η πραγματική αθεΐα
Η διαφορά ένθεου και άθεου, επομένως, δεν είναι ότι ο πρώτος «συντάσσεται με τον θεό» ενώ ο δεύτερος «αποτάσσεται τον θεό». Τι νόημα έχει να αποταχθείς ένα πλάσμα που θεωρείς ανύπαρκτο; Η διαφορά είναι ότι ο ένθεος δέχεται την ύπαρξη θεού χωρίς αποδείξεις, επιλέγει δηλαδή την πίστη, ενώ ο άθεος δέχεται μόνον όσα μπορούν να αποδειχθούν, επιλέγει την γνώση.
Η ύπαρξη ή μη θεού, επομένως, όπως το αντιλαμβάνομαι εγώ, στην ουσία δεν σημαίνει τίποτα για την υπόθεση της αθεΐας. Το ζητούμενο από τη σκοπιά της αθεΐας δεν είναι να αποδειχθεί ότι δεν υπάρχει θεός, αλλά να προσεγγίσουμε την έννοια του θεού όπως προσεγγίζουμε κάθε άλλη έννοια, κάθε αντικείμενο προς μελέτη: με σκεπτικισμό και λογική σκέψη.
Αν υπάρχει θεός, επομένως, και η ύπαρξή του αποδειχθεί, οι σκεπτικιστές άθεοι δεν θα αλλάξουν άποψη. Δεν θα γίνουν πιστοί εν μία νυκτί. Όπως ακριβώς δεν πιστεύω ότι η γη είναι σφαιρική αλλά απλώς το δέχομαι επειδή έχει τεκμηριωθεί, έτσι ακριβώς δεν δέχομαι την ύπαρξη θεού εφόσον δεν είναι τεκμηριωμένη, και θα την δεχθώ αν τεκμηριωθεί. Δεν θα πιστέψω: θα γνωρίσω. Δεν θα αρχίσω αίφνης να κάνω τεμενάδες, να ψέλνω και να λιβανίζω: ενδεχομένως θα θαυμάσω, όπως θαυμάζω όλα τα φυσικά φαινόμενα, αλλά τίποτε παραπάνω.
Και όπως ακριβώς αν αποδειχθεί ότι η γη τελικά είναι κωνική θα το δεχτώ με βάση τα τεκμήρια χωρίς κανένα πρόβλημα, έτσι κι αν αποδειχθεί τελικά ότι ο θεός δεν υπάρχει πάλι θα το δεχτώ ασκαρδαμυκτί χωρίς αυτό να σημαίνει τίποτε για την προσωπική ζωή μου ούτε για την κοσμοθεωρία μου. Το βασικό ζητούμενο για μένα, ξαναλέω, δεν είναι να μην υπάρχει θεός. Το ίδιο μου κάνει αν υπάρχει κι αν δεν υπάρχει. Το βασικό ζητούμενο είναι να γνωρίζω τι υπάρχει και να μην καταφεύγω σε μύθους και παρηγορίες όταν αδυνατώ να γνωρίσω.
Εμείς οι άθεοι χαιρόμαστε να γνωρίζουμε κάθε όψη του κόσμου όπου ζούμε.
Αν υπάρχει θεός, θα χαρούμε πολύ να τον γνωρίσουμε.
Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο Αόρατη Μελάνη,
όπου μπορείτε να αφήνετε τα σχόλιά σας.


